Tuesday, 4 December 2012

Συνδιάσκεψη ΣΥΡΙΖΑ


Οι ‘με’ και από ‘τη μέση’, για τους ‘χωρίς’;

του Γιώργου Ρακκά

Ο Τσίπρας […] είπε την Παρασκευή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει και πρέπει να γίνει το κόμμα, που θα εκφράζει και θα στηρίζει, τους «χωρίς» και τους από «τα κάτω».
Κοιτούσα και ξανακοιτούσα, από τα ορεινά του ΣΕΦ, τον κόσμο της Συνδιάσκεψης, αλλά δεν μπορούσα να εντοπίσω κάποιους πυρήνες «χωρίς» και από «τα κάτω».
Χωρίς φυσικά αυτό που θα σε πω να είναι απόλυτο, αλλά ο κόσμος της Συνδιάσκεψης ήταν «με» και από «τη μέση».

Υπήρχε ένα παιχνίδι συντονισμού όπου καθόμαστε όλοι γύρω από το τραπέζι και με το σφύριγμα του εκπαιδευτή έπρεπε να αλλάξουμε όλοι μια θέση προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά, ανάλογα το παράγγελμα. Κάπως έτσι φαντάζει το πολιτικό κλίμα στον ΣΥΡΙΖΑ, μετά την κατάρρευση των συσχετισμών της ύστερης μεταπολίτευσης και το «άνοιγμα» του άλλοτε κόμματος του 3.5-5% σε πλατιά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας.

Λειτουργεί μια διαδοχική μετατόπιση. Ο Μ. Χατζηπέτρου, έγραψε για τους ΠΑΣΟΚους που στήριξαν τον Γεώργιο Παπανδρέου το 2007, βγήκαν στο κλαρί στις διαδηλώσεις της νεολαίας τον Δεκέμβρη του 2008, στήριξαν «με τα μπούνια Λούκα» το 2009, εγκατέλειψαν τον Τιτανικό ΠΑΣΟΚ τη στιγμή της πρόσκρουσης με το παγόβουνο του μνημονίου και τώρα εντάσσονται στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ σα να μη συνέβη τίποτα απ’ όλα αυτά. Την ίδια κίνηση διαγράφει ο Συνασπισμός. Το άλλοτε κόμμα-συλλογικός διανοούμενος του εκσυγχρονισμού, που κατ εξοχήν συσπείρωνε γύρω του την αφρόκρεμα των «λευκών κολλάρων» που στελέχωναν την εκπαίδευση, τις ΜΚΟ, τα ΜΜΕ, εν τέλει τους ‘ιδεολογικούς μηχανισμούς’ της ύστερης μεταπολίτευσης, τώρα καλείται να διαμορφώσει το ρεύμα που θα την υπερβεί.

Είναι εφικτές τόσο βαθιές μεταμορφώσεις;
Το ζήτημα δεν αφορά στις προθέσεις. Αφορά στις πραγματικές αντιφάσεις ενός εγχειρήματος –τέτοιες που αποκαλύπτονται καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ παίρνει βηματισμό για τον μετασχηματισμό του σε «κόμμα αλλαγής».

Η κυριότερη είναι η ιδεολογική.
Έχει να κάνει και με το τι λες, και με το πώς το λες. Εδώ εντοπίζονται και τα μεγαλύτερα βαρίδια εντός του. Εκείνα που αρνούνται τον προφανή εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα της μεγάλης σύγκρουσης που διεξάγεται αυτήν την στιγμή στη χώρα στ’ όνομα μιας αφηρημένης, ανύπαρκτης «ταξικότητας». Όχι ότι δεν υφίσταται η ταξική σύγκρουση σήμερα, αλλά επειδή ακριβώς εγγράφεται εντός της εθνικοαπελευθερωτικής η άρνηση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, σημαίνει και άρνηση να πάρει κανείς θέση στησυγκεκριμένη ταξική σύγκρουση.
Και να ξεφύγει στον ‘ουρανό των καθαρών εννοιών’ στ’ όνομα ενός κοσμοπολιτισμού που ταιριάζει πολύ περισσότερο στη ΔΗΜΑΡ ή ακόμα στο ΠΑΣΟΚ του Σημίτη και του ΓΑΠ, παρά στο κόμμα «της λαϊκής ελπίδας».

Κι αν αυτά έχουν γίνει αντιληπτά, που έχουν γίνει από ορισμένους μέσα στο κόμμα, υπάρχει κι ένα άλλο θέμα. Το με ποιον τρόπο λέγονται. Ένας λόγος, σαν αυτόν που κατ εξοχήν κυριαρχεί αυτή τη στιγμή στις διαδικασίες του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος δεν μπορεί να αρθρώσει πρόταση αν δεν κλίνει σε όλες τις πιθανές κλίσεις την λέξη «η αριστερά» (η αριστερά, της αριστεράς, ώ αριστερά!), είναι υπερβολικά ομφαλοσκοπικός. Είναι ένας λόγος «αποκλεισμού» που ό,τι και να λέει εξουδετερώνεται καθώς επιστρέφει στον εαυτό του. Ένας λεκτικός φονταμενταλισμός που χρησιμεύει μόνον σε όποιους θέλουν να κρατήσουν περιφραγμένη μιαν κατάσταση.

Στο κάτω κάτω, σε ποιόν πρέπει να δίνονται τέτοιου τύπου συμβολικά εχέγγυα όταν στην πράξη υπερασπίζεται κανείς τα δικαία του ελληνικού λαού; Το ΕΑΜ ή το Πολυτεχνείο διεκδικούσε να μιλήσει στ’ όνομα ενός ελεύθερου έθνους, και όχι κάποιας «αριστεράς». Θα ήταν εξ άλλου αστείο. Κι όμως, σήμερα γίνεται και κατά βάση αποξενώνει όλους τους «χωρίς» οι οποίοι κατά 90% όπως δείχνουν και τελευταία γκάλοπ αποστρέφονται εν γένει τον πολιτικό κόσμο της χώρας και τις ομαδοποιήσεις του. Αυτό είναι το προνομιακό κοινό στο οποίο θα πρέπει να απευθυνθεί κανείς –και αυτό ακριβώς αποκλείεται όταν κυριαρχεί η τόσο χαρακτηριστική ιδιόλεκτος «μιας αριστεράς που καλεί σε ενότητα της αριστεράς, για να αναδείξει την αριστερή πρόταση, για μια αριστερή διέξοδο από την κρίση, στο πλαίσιο μιας αριστερής αλλαγής που θα σώσει την χώρα».

Δεύτερον, και εξ ίσου σημαντικό –που προφανώς διαπλέκεται με το πρώτο, είναι το οργανωτικό.
Ο σκληρός πυρήνας του νέου εγχειρήματος, κουβαλάει μέσα του ορισμένες διαιρέσεις. Το «Ρεύμα» και οι «Προεδρικοί», η ευρωπαϊκή αριστερά, η κομμουνιστική αριστερά, μαογενείς, τροτσκιστές, πάμπολλες «τρίτες καταστάσεις». Σε μεγάλο βαθμό, οι διαιρέσεις αυτές, ενώ έχουν και ρεαλιστικές απολήξεις όταν αντιμετωπίζουν απτά ζητήματα (π.χ. ευρώ, εθνικοαπελευθερωτικός ή μη χαρακτήρας, οργανωτικές προτάσεις κ.ο.κ.) είναι σε μεγάλο βαθμό καρικατούρες. Δεν αντιστοιχούν σε ευρύτερες κοινωνικο-πολιτικές πραγματικότητες και διεργασίες, αλλά από την φθορά και την εξάντληση της μεταπολίτευσης έχουν καταντήσει σε γραφειοκρατικές ομαδοποιήσεις που τροφοδοτούν διαμάχες σχολαστικών. Αυτό είναι το πραγματικό υπόβαθρο της «βαβυλωνίας» που κατήγγειλε από το βήμα της συνδιάσκεψης ο Αλέξης Τσίπρας.

Κατά κάποιο τρόπο, όλο αυτό το σκηνικό δεν είναι «παιδική ασθένεια» και δεν μπορεί κανείς να το προσπεράσει ξορκίζοντάς το. Είναι μάλλον ζήτημα γεροντικής αδράνειας με την έννοια ότι ο χώρος κουβαλάει μέσα του τις διαιρέσεις του παρελθόντος, και αυτές λειτουργούν ως βαρίδια στη νέα κατάσταση. Κι εδώ, όπως και στο αντίστοιχο των πασοκογενών, το πρόβλημα εντοπίζεται πολύ βαθιά, καθώς η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην οποία δεν συζητήθηκε εκτεταμένα το 1989, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και η διάψευση των κινημάτων του 20ου αιώνα. Συνεπώς, ακόμα και οι πραγματικές ιδεολογικές αντιθέσεις είναι καταδικασμένες να εκδηλώνονται μέσα από απίστευτους αναχρονισμούς, σε τέτοιον βαθμό μάλιστα ώστε να μην ενδιαφέρουν κανέναν πέραν των ελάχιστων ζηλωτών.

Αυτό το περιβάλλον καθηλώνει τη συζήτηση. Τρώγεται πολύ χρόνος για να συζητηθούν τα αυτονόητα, π.χ. «λέμε έθνος και το εννοούμε;» «Αφήνουμε όσους το λένε και κάνουμε τα ‘στραβά αυτιά’;», «Ή δεν το λέμε καθόλου;», αντί να μπουν στην ατζέντα ζητήματα που είναι πιο άμεσα και πιο καυτά για όλον τον κόσμο. Όπως, για παράδειγμα ποια θα ήταν μια δίκαιη μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα, ώστε αυτός να αναστηθεί από τις στάχτες του ή ακόμα, το πώς θα ξαναστήσουμε θεσμούς που να τους εμπιστεύεται ο κόσμος –σε μια στιγμή που κυριαρχεί η σαρωτική απόρριψη οτιδήποτε θυμίζει την κατεστραμμένη ελληνική πολιτεία. Διότι μέχρι τώρα έχουμε ακούσει μόνον την κατοχική, νεοφιλελεύθερη εκδοχή για τις μεταρρυθμίσεις, και τίποτε από τη σκοπιά των συμφερόντων του ελληνικού λαού.

Τέλος, ένα ακόμα ζήτημα που αφορά στον πολύ συγκεκριμένο μεσοστρωματικό χαρακτήρα του εγχειρήματος, είναι η απίστευτη βραδύτητα που τον χαρακτηρίζει στην πράξη.
Και πάλι, στη συνδιάσκεψη η λέξη «αλληλεγγύη» κλίθηκε σε όλες τις δυνατές πτώσεις. Κι όμως, στα λαϊκά προάστια είναι η δήθεν αλληλεγγύη της Χρυσής Αυγής που εξαπλώνεται, κι όχι αυτή που κλίνεται στις αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής και στις συνδιασκέψεις. Είναι πολύ χαρακτηριστικό: Που είναι ας πούμε, η τόσο δυνατή στις ΕΛΜΕ αριστερά των εκπαιδευτικών; Γιατί δεν μπήκε τόσα χρόνια μπροστά, να πάρει μια πρωτοβουλία ελεύθερων μαθημάτων για κάθε λαϊκή οικογένεια;
Διότι έχει συνηθίσει σ’ έναν θεσμικό ρόλο αντιπολίτευσης, έστω και «ριζοσπαστικό» σε ό,τι έχει να κάνει σε διεκδίκηση μισθών και εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών. Από εκεί και πέρα, τίποτα. Το απόλυτο μηδέν. Και σε ό,τι αφορά σε μια νέα πρόταση Παιδείας όσο και σε ό,τι έχει να κάνει μ’ ένα κοινωνικό έργο στην πράξη.

Τα περισσότερα συμπτώματα που παρουσιάζονται είναι συμπτώματα κορεσμού. Εκτός από τον ενθουσιασμό, την φρεσκάδας του λόγου που χαρακτηρίζει τους ανένταχτους –ακριβώς επειδή είναι αγνοί από τις επιρροές του χώρου στον οποίον τώρα εντάσσονται. Κατά τα άλλα, τα βαρίδια περιορίζουν σε λεκτικό κατά κύριο λόγο επίπεδο τις υπερβάσεις που διατυπώνει ο Τσίπρας.

Διότι και οι μεταμορφισμοί, αν δεν πατήσουν πάνω σε πραγματικές, ιδεολογικές, πολιτικές και οργανωτικές υπερβάσεις έχουν όρια. Και για να γίνουν αυτές οι υπερβάσεις, απαιτείται να ανοίξει μια συζήτηση ευρύτερα όπου θαρραλέα θα μπει το ζήτημα του περιεχομένου της ζητούμενης εθνικής απελευθέρωσης. Γιατί η μεγάλη μαγιά του αυριανού μετώπου βρίσκεται ακόμα «εκτός».

Δεν είναι τυχαίο ότι λίγες μέρες πριν την συνδιάσκεψη ο Βίτσας ομολόγησε ότι το κόμμα, ενώ διευρύνεται ταχύτατα έχει μεγάλο κενό στις ηλικίες κάτω των 45.

Πως, άραγε, θα γίνει η αλλαγή ερήμην αυτών των ηλικιακών κατηγοριών;
Υπάρχει πολύς δρόμος ακόμα.
Και δεν θα τον διανύσει μόνον ένα πολιτικό σχήμα, όσο κι αν σπεύδει να το προκαταλάβει, αλλά ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις οι οποίες κάποτε θα συναντηθούν σ’ ένα ενιαίο μέτωπο.

Πηγή

2 comments:

Heliotypon said...

'Οπως ίσως ξέρεις, έχω γράψει πολλές φορές για το τεράστιο πρόβλημα της εξάπλωσης του Ισλάμ και εξαγριώνομαι με τους διαφόρους, τάχα αντιρατσιστές, που συνηγορούν υπέρ των εισβολέων στη χώρα μας και της παροχής πολιτικού ασύλου. Το πρόβλημα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες είναι πολύ χειρότερο από το δικό μας, γιατί εκεί οι μουσουλμάνοι είναι οργανωμένοι έχουν οικογένειες, δουλειές, τζαμιά, επίσημες οργανώσεις και γενοβολούν σαν τα κουνέλια! Νομίζω ότι, σε κάποια χρονική στιγμή, που δεν είναι και πολύ μακρυά, θα δούμε πογκρόμ εναντίον των μουσουλμάνων που βίαια θα τους αναγκάσουν να φύγουν από τις χώρες. Θα μπορούσαν να το είχαν κάνει με την απαγόρευση της εισόδου πριν μερικά χρόνια, αλλά γούσταραν το φτηνό εργατικό! Τώρα βλέπουν τον κίνδυνο και ψηφίζουν ακροδεξιά... Δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα!

ange-ta said...

Δεν διαφωνώ μαζί σου καθόλου!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...