Η Ελληνική ψυχή, είναι βαθιά σαν την θάλασσα της!
Κατ αρχήν Ηρόδοτε, πρέπει το εννοιολογικό περιεχόμενο των λέξεων να είναι δεδομένο, ώστε να μπορούμε να διατυπώσουμε κρίσεις για τα όσα πιστεύουμε ή αναζητούμε ή δεν καταλαβαίνουμε, έχοντας τες ως συγκεκριμένα σημεία αναφοράς και όχι να μπερδευόμαστε σε ατέρμονος ερμηνείες με το κάθε τι αξεκαθάριστο, αλλιώς το μόνο που θα μας μείνει θα ‘ναι κούφιες λέξεις. Χρειάζεται απαραίτητα να μας είναι προφανές – χωρίς τη βοήθεια καμιάς πρόσθετης απόδειξης – το πρωταρχικό νόημα της λέξης, αν θέλουμε να αναφερόμαστε σε κάτι συγκεκριμένο, όταν αναζητούμε, όταν βρισκόμαστε σε αδιέξοδο, ή όταν εκφέρουμε γνώμες.
Επιστολή Επίκουρου προς Ηρόδοτο
Πριν από έναν μήνα βρεθήκαμε παλιοί συμφοιτητές, ύστερα από πάρα πολλά χρόνια. Ας μην τα μολογήσω γιατί με πιάνει ίλιγγος.
Λοιπόν, σ αυτήν την συνάντηση ο καλός μου φίλος ο Στέλιος Κ. μου έφερε ένα μικρό βιβλιαράκι του αείμνηστου Παναγιώτη Κονδύλη: «Οι αιτίες της Παρακμής της Σύγχρονης Ελλάδας» μια εισαγωγή 58 σελίδων μεγέθους Α6 στο βιβλίο του "Η παρακμή του αστικού πολιτισμού". Χάρηκα, σφόδρα που ήταν μικρό, γιατί ο Κονδύλης με κουράζει σε βαθμό που να μην μπορώ να τον διαβάσω και δεν ήθελα να φανώ αγενής και να μην διαβάσω το βιβλίο που με τόση αγάπη μου έφερε ο φίλος μου ο Στέλιος.
Έτσι έκανα την φιλοτιμία ανάγκη και τον διάβασα με πολύ μεγάλη προσοχή, τόσο μεγάλη που στο τέλος όταν το ξανακοίταξα, το είχα σχεδόν όλο υπογραμμίσει με κόκκινα, πράσινα , κίτρινα και μαύρα μολύβια.
Έριξα μια ματιά και στο διαδίκτυο, όπου σχεδόν όλοι εκθειάζουν αυτό το κείμενο, αποδίδοντάς του και προφητικές διαστάσεις για το σήμερα. Εγώ αντίθετα το βρήκα από την αρχή μέχρι το τέλος α-πα-ρά-δε-κτο.
1. Ο νόθος αστισμός.
Ο Κονδύλης αποφεύγει την λέξη «καπιταλισμός» και χρησιμοποιεί την λιγότερο δόκιμη λέξη «αστισμός» Οι λέξεις έχουν τη δική συμβολή στην εξέλιξη της ανθρώπινης ιστορίας και κουλτούρας. Όσο πιο δόκιμες λέξεις χρησιμοποιούμε τόσο πιο ξεκάθαρα είναι αυτά που θέλουμε να πούμε. Ωστόσο, φαίνεται να μην δίνει ιδιαίτερη σημασία στην διατύπωση καθαρών και διάφανων απόψεων. Χρησιμοποιώντας λοιπόν την λέξη αστισμός, αντί της ορθής «καπιταλισμός» καταφεύγει στην λέξη προαστικός, αντί προκαπιταλιστικός και το κείμενο μερικές φορές γίνεται κάπως φαιδρό.
Στην σελίδα 13 γράφει:
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η αστική τάξη συγκροτείται από λιγότερο ή περισσότερο πλούσια άτομα, τα οποία ως τάξη τάσσονται υπέρ της καπιταλιστικής οικονομίας και επομένως εχθρεύεται τον σοσιαλισμό.
Δεν κατάλαβα, αν υπονοεί ότι εμείς οι έλληνες δεν ξέρουμε τι σημαίνει αστική τάξη και λέμε τέτοιες ανοησίες ή προσπαθεί να μας δώσει να το καταλάβουμε με απλά λόγια.
Στην πρώτη περίπτωση θα ήταν μια εξόχως υπεροπτική διατύπωση, που δεν ταιριάζει σε ένα δοκίμιο αξιώσεων και στην δεύτερη θα ήταν απλώς άγνοια, αφού ένας τέτοιος ορισμός όχι μόνο δεν έχει σχέση με την πολιτική οικονομία έτσι όπως την ξέρουμε από τον Μαρξ, σίγουρα και από αστούς οικονομολόγους, αλλά είναι και αντιδιαλεκτικός. Δεν είναι η αστική τάξη που διαλέγει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αλλά ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι που γεννάει και συντηρεί την αστική τάξη, όπως ταυτόχρονα με την ίδια μηχανή γεννάει και το αντίπαλο δέος της, δηλαδή το προλεταριάτο. Με άλλα λόγια ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής χωρίζει την κοινωνία σε δύο κυρίαρχες τάξεις, την αστική και το προλεταριάτο. Το αν λοιπόν η αστική τάξη είναι πλούσια είναι άσχετος προσδιορισμός, όπως εξίσου άσχετο είναι ότι εχθρεύεται τον σοσιαλισμό.
Μπορεί ο Κονδύλης να μην κάνει πολιτική οικονομία, αλλά …. φιλοσοφία! Σωστά, αλλά στην ίδια σελίδα, γράφει ότι «παρόλη της ασάφεια της γλωσσικής χρήσης, το αργότερο από τις αρχές του 20ου αιώνα γινόταν στην Ελλάδα συνεχώς λόγος για την αστική τάξη».
Υιοθετώντας την πρώτη εξήγηση, συνεχίζει με το ίδιο υπεροπτικό σχήμα να δηλώνει ότι οι έλληνες χρησιμοποιούσαν μια λέξη χωρίς να την καταλαβαίνουν…
Αυτά τα πολύ λίγα για την τυπολογία. Επί της ουσίας, η κατάσταση γίνεται έτι τραγικότερη!
Στο ίδιο κεφάλαιο υποστηρίζει ότι η Ελλάδα έχει έναν νόθο αστισμό, επειδή είχε νόθο φεουδαλισμό. Επειδή ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι η άρνηση της φεουδαρχίας, και επειδή η Ελλάδα δεν είχε σωστή φεουδαρχία τότε δεν είχε και σωστή συνέχεια – δηλαδή καπιταλισμό που – μεταξύ άλλων - δεν επέτυχε τη ρήξη με την εκκλησία. Έτσι λοιπόν, αφού δεν μπορέσαμε να έχουμε έναν ορίτζιναλ καπιταλισμό αποκτήσαμε έναν νόθο, τον οποίον ονομάζει πατριαρχικό μοντέλο εξ ού πηγάζουν όλα τα κακά, με το μεγαλύτερο όλων τον μη χωρισμό εκκλησίας και κράτους ή όπως παρακάτω λέει κοινωνίας και κράτους!
Ανοησίες πρώτης τάξεως. Ο ίδιος ο Μαρξ, ο οποίος είναι ο εμπνευστής των «σταδίων» της εξελεγκτικής ιστορικής πορείας των ανθρώπινων κοινωνιών, (βασισμένος στην χεγγελιανή διαλεκτική) έχει ταχθεί ενάντια μιας στενοκέφαλης εφαρμογής αυτής της άποψης σε όλες τις κοινωνίες, ως πασπαρτού ερμηνεία πάσης νόσου και πάσης μαλακίας.
Ο Μάρξ εξυμνεί την αστική τάξη, τόσο στο κομμουνιστικό μανιφέστο, με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, όσο και στο κεφάλαιο, επειδή την θεωρεί τροχό της ανάπτυξης. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον Κονδύλη, η αστική τάξη δεν κατάφερε να κτίσει το θαύμα – οικονομικό και πολιτιστικό – που κατάφερε η αντίστοιχη στη κεντρική Ευρώπη, επειδή χρωματίστηκε ευθύς εξ αρχής, δηλαδή «επί τη εμφανίσει της», αρνητικά, λόγω πρόωρης ανάπτυξης του προλεταριάτου.
Μια τέτοια θεώρηση της κοινωνίας στις αρχές του 20ου αιώνα θα ήταν ίσως αποδεκτή, αλλά το 1991 που έγραψε το βιβλίο, είναι ρηχή και επιπόλαια. Η μεγέθυνση που επέφερε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής σκόνταψε στα οικολογικά όρια του πλανήτη, κάτι που διέφυγε του Μάρξ, που ωστόσο δεν μπορεί να παραβλέπει ένας προοδευτικός διανοούμενος της περασμένης δεκαετίας ή εικοσαετίας.
Στο πολιτιστικό πεδίο, υιοθετεί την άποψη της μετακένωσης και όχι της ελληνικής αναγέννησης.
Αντιγράφω: αν στην έλλειψη αυτή (των ουσιωδών γνωρισμάτων της αστικής οικονομίας, κατά τον ίδιο πάντα) προσθέσουμε και την απουσία των στοιχείων που δημιούργησε ο αστικός πολιτισμός στην προβιομηχανική του ακόμα φάση (δηλαδή από την Αναγέννηση ίσαμε τον 18ο αιώνα) τότε δεν δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε γιατί όσα και όποια στοιχεία του αστικού πολιτισμού διείσδυσαν στον ελλαδικό χώρο δεν αποτέλεσαν πόλους έλξης παρά μόνο συγχωνεύτηκαν με τις πιο εκλεπτυσμένες εκφάνσεις των πατριαρχικών ιδεολογιών και τάσεων.
Υπονοεί δηλαδή, ότι η Ελλάδα όχι μόνο δεν δημιούργησε δικό της πολιτισμό, δική της Αναγέννηση, αλλά ακόμα και τα εισαγόμενα κομμάτια της (αυτά που διείσδυσαν όπως λέει) απορροφήθηκαν από τις πατριαρχικές δομές και χάθηκαν.
Η άποψη αυτή έχει επαρκώς αναλυθεί και επικριθεί. Σήμερα μόνο ευρωλιγούρηδες και εθνομηδενιστές την αποδέχονται. Στο Αφιέρωμα του περιοδικού «Νέος Λόγος Ερμής, τεύχος 1» γίνεται εκτεταμένη αναφορά στην Ελληνική Αναγέννηση και στον Δυτικό Διαφωτισμό
2. Το κράτος και τα κόμματα.
Και σ αυτό το κεφάλαιο ο Κονδύλης εκπλήσσει αρνητικά. Ο κοινοβουλευτισμός, γράφει, είναι θεσμός εισαγόμενος και επειδή είναι τόσο προοδευτικός η πατριαρχική ελληνική κοινωνία δεν μπόρεσε να τον αφομοιώσει, με αποτέλεσμα να προκύψει η τερατογέννηση ενός κράτους που στηρίχτηκε στο ρουσφέτι και στη ρεμούλα. Το τέρας - υπέρογκο - χρειάζεται να καταπίνει μία υπερπληθώρα δημοσιών υπαλλήλων.
Μάλιστα γράφει:
Το γεγονός ότι η μεγάλη μάζα των δημοσίων υπαλλήλων όλων των βαθμίδων προερχόταν από στρώματα καθυστερημένα από πολιτισμική άποψη, είχε σοβαρές επιπτώσεις στο ποιόν του κρατικού μηχανισμού, του οποίου η λειτουργία πρόσκοπτε αδιάκοπα όχι μόνο στην αγραμματοσύνη, την στενοκεφαλιά, την κουτοπονηριά, την συμπλεγματικότητα, αλλά επίσης στην ανυπέρβλητη ανικανότητα του μέσου υπαλλήλου να προσανατολίσει την δραστηριότητα του σε απρόσωπες γενικές και αφηρημένες αρχές, εφ όσον η νοοτροπία του εμφορούνταν από τις αξίες της πατριαρχικής κοινωνίας, ήτοι την πρωταρχική νομιμοφροσύνη στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τους συγγενείς του, τους φίλους του, τους φίλους των φίλων του, τους προστάτες του και τους προστατευόμενους.
Δηλαδή ο Π.Κ. θα έλεγε στον αγρότη: Που πας ρεε Καραμήτρο χωρίς αφηρημένες έννοιες στο κεφάλι σου; Δεν καθόσουν στο χωριό σου να κοιτάς τις ελιές και να συλλογάσαι πώς φύτρωσαν, γιατί φύτρωσαν, τι σκοπό έχουν και πού πάνε; αλλά ξεκίνησες να γίνεις τέκνο ενός νόθου αστισμού;
Ο Π.Κ. είναι τόσο βαθειά διαποτισμένος από την εικόνα μιας "ρωμαλέας" αστικής τάξης – που άνθισε μόνο στην Εσπερία και που το ελληνικό κράτος δεν εδέησε να αποκτήσει - ώστε συνεχίζει ακόμα πιο ανορθόδοξα παρακάτω:
Έτσι το κράτος από μόνο του πολύ λίγο μπόρεσε να καλύψει την έλλειψη μιας τάξης κυρίαρχης, συνεκτικής και συνάμα δυναμικής από παραγωγική και ιδεολογική άποψη. Για να παίξει αυτό τον ρόλο θα έπρεπε να είναι μια στιβαρή και συνάμα πεφωτισμένη δεσποτεία.
Χρειάζεται να σχολιάσω αυτό το παραλήρημα; Για να μπορεί το κράτος να παίξει τον ρόλο μιας συνεκτικής δύναμης χρειάζεται μια πεφωτισμένη δεσποτεία. Δεν είχε καμία πληροφόρηση ο Κονδύλης για τις πεφωτισμένες δεσποτείες τόσο του Χίτλερ όσο και του Στάλιν;
Κατά την γνώμη μου, ούτε και η άποψη περί μη ύπαρξης αστικής τάξης στέκει. Η Ελλάδα είχε αστική τάξη, η οποία για πολλές συγκυρίες δεν έγινε τόσο εύρωστη όσο η αντίστοιχη της κεντρικής Ευρώπης. Έλειψε η κρίσιμη μάζα και το timing.
Στην σελίδα 27 γράφει:
Ο πατριαρχικός ή πελατειακός χαρακτήρας του κοινοβουλευτισμού και συνάμα η σπάνη των θέσεων στην ελεύθερη αγορά εργασίας είχαν ως συνέπεια να παίξει ο κρατικός μηχανισμός στην Ελλάδα ρόλο ανάλογον μ’ εκείνον που έπαιξαν τα βιομηχανικά αστικά κέντρα στη Δύση: απορρόφησαν μάζες αγροτικής προέλευσης , αλλά για να τις διοχετεύσουν και να τις χρησιμοποιήσουν με τρόπο πολύ διαφορετικό και προπαντός πολύ λιγότερο παραγωγικό.
Η αποδόμηση της υπαίθρου και η δραματική μείωση του αγροτικού πληθυσμού στην Ελλάδα έγινε με πολύ πιο αργό ρυθμό από ότι στις βιομηχανικές χώρες. Από το 1821 μέχρι και το 1922 ο αγροτικός πληθυσμός ξεπερνούσε το 60%, ενώ στην Γερμανία ήδη από το 1907 είχε πέσει στο 24% δηλαδή στο επίπεδο του 2001(!) για την Ελλάδα.
Επομένως, μου φαίνεται λιγότερο πιθανό με τόσο υψηλά ποσοστά αγροτικού πληθυσμού να τρέχουν οι αγρότες στις πόλεις για μια θέση στο δημόσιο. ( Ο Καραμήτρος δηλαδή έμεινε στις ελιές του)
3. Το Έθνος
Η σύμπτωση έθνους και κράτους μέσα στα όρια του σύγχρονου κράτους, όπου στο εσωτερικό είχε ξεπεράσει κάθε είδους φεουδαλικούς και πατριωτικούς κατακερματισμούς ή τοπικισμούς, ενώ προς τα έξω πρόβαλε ως ομοιογενές και συμπαγές οικονομικό και πολιτισμικό σύνολο, αποτέλεσε τη μορφή με την οποία πραγματώθηκε ο αστικός εθνικισμός και κατ επέκταση η πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης, σε τυπικές τουλάχιστον ιστορικές περιπτώσεις.
Εξηγεί ότι επειδή στην Ελλάδα δεν συντελέσθηκε η σύμπτωση έθνους και κράτους, τότε το έθνος είναι πρωτίστως έννοια πατριαρχική στηρίζεται δηλαδή σε πραγματικούς ή φανταστικούς φυλετικούς πολιτισμικούς παράγοντες (γλώσσα - θρησκεία) και η οικονομική διάσταση περνάει στο περιθώριο.
Αυτή η άποψη είναι ακόμα χειρότερη από αυτή του Eric Hobsbowm, περί δημιουργίας του κράτους – Έθνους. Αυτό που εγώ καταλαβαίνω είναι ότι όποιο κράτος επιχειρήσει να στηρίξει την ύπαρξη του σε εθνική συνείδηση (πραγματική ή φανταστική και τα δύο είναι υπαρκτά) και όχι στην οικονομική διάσταση, τότε είναι καταδικασμένο να είναι πατριαρχικό και καθυστερημένο. Δεν καταλαβαίνω πώς και γιατί αν υπάρχει εθνική συνείδηση θα αφήσει τον οικονομικό τομέα στο περιθώριο; Ίσως, γιατί πιστεύει, ότι η εθνική συνείδηση είναι εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό, που ανοίγει την λεωφόρο στην μεγέθυνση και την ευημερία!
Για την εκκλησία: η οποία (εκκλησία) σ όλη την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ποτέ δεν κατανόησε τον εαυτό της ως κεφαλή πρόμαχο ενός υπόδουλου έθνους, παρά ως ποιμένα ταγό χριστιανικών πληθυσμών αναγκασμένων να ζουν κάτω από αλλόθρησκο ηγεμόνα. …. Η Εκκλησία ήταν θεσμός ξένος προς το έθνος, θεσμός πολυεθνικός και επομένως μη εθνικός, στα μάτια του οποίου η ομολογία πίστεως μετρούσε περισσότερο από τη φυλή ή ακόμα από τη γλώσσα. Ακόμα χειρότερα μια εθνική εξέγερση θα μείωνε το εύρος της επιρροής της, επειδή, όσο δεν υπήρχε (χριστιανικό) κράτος, μόνη αυτή μπορούσε να απαιτεί από τους χριστιανούς υποταγή νομιμοφροσύνης και φόρους.
Αυτό που βγαίνει από τα παραπάνω είναι ότι καταρχήν είναι δεδομένη η ύπαρξη ελληνικού έθνους και άλλων εθνών, πριν την καπιταλιστική οικονομία και πολύ σωστά, διότι αυτές οι συλλογικές μορφές διαμόρφωσαν το έθνος - κράτος και όχι ο καπιταλισμός, όπως θεωρεί η σχολή του E.Hobsbowm και ο Σ.Κ.
Η άποψη του Smith είναι ότι το «έθνος» προέρχεται από τα «έθνη», δηλαδή από τη συλλογική μορφή της κοινότητας στις προ-νεωτερικές κοινωνίες, στις οποίες οι παραδόσεις ήσαν ακόμα ισχυρές, και διατηρείτο η συνοχή τους ως μιας συνειδητής κοινωνικής οντότητας, η οποία κατά την διαδικασία του εκσυγχρονισμού της προσέδωσε στο έθνος και τον εθνικισμό μεγάλο μέρος του πολιτισμού και ειδικότερα του «συναισθήματος» και των «αισθημάτων» της αρχαιότητας.
Για τον ρόλο της εκκλησίας και του Πατριαρχείου, έχουν γραφτεί πολλά. Ας μην προσθέσω και γω τα δικά μου. Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, γκρέμιζε εκκλησιές για να κτίζει σχολειά. Έκτισε περί τα 400 σχολεία για τους Έλληνες μόνο και όχι για όλους τους χριστιανούς.
Να προσθέσω πριν κλείσω τη θέση του Μαζάουερ: Η αδιαφορία των χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου για τις εθνικιστικές κατηγοριοποιήσεις εξέφραζε το αίσθημά τους ότι ανήκαν σε μια κοινότητα της οποίας προσδιοριστικό στοιχείο ήταν η θρησκεία και όπου οι γλωσσικές διαφορές μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων είχαν λιγότερη σημασία από την κοινή πίστη τους στην ορθοδοξία. [ Mark Mazower, "Τα Βαλκάνια", εκδόσεις Πατάκη, 2002, στο πρωτότυπο, "The Balkans", The Modern Library, New York,2002]
Οι Βούλγαροι και οι Έλληνες δεν σταμάτησαν να είναι εχθροί από το 1000 μέχρι το 1900, παρά την κοινή τους θρησκεία
4. Εθνικισμός και Ελληνοκεντρισμοί
Η Αρχαία Ελλάδα εφευρέθηκε στη Δυτική Ευρώπη μας εξηγεί ο γερμανοθρεμμένος Κονδύλης.
Και ήρθε στην Νεότερη Ελλάδα ως ένα εισαγόμενο έτοιμο προϊόν, όπως τα κομπινεζόν της γαλλικής μπουρζουαζίας. Εξ άλλου, συνεχίζει, η επιστημονική συνεισφορά των Ελλήνων στη διεύρυνση του αρχαίου πολιτισμού στάθηκε μηδαμινή.
Τι να κριτικάρει κανείς σε τέτοιες απόψεις; Απλώς καταλαβαίνει κανείς ότι das Sein bestimmt das Bewusstsein. Καθηγητής σε γερμανικό πανεπιστήμιο ήταν. Πώς μπορεί να σκεφτεί αλλιώς;
Κρίμα που δεν έζησε για να δει την συνεισφορά των Γερμανών στην αρχαία ελληνική Τέχνη και Πολιτισμό, εν έτει 2009.
Η γνώμη μου είναι ότι όταν απελευθερώθηκε η ηγεσία ολόκληρης της Εσπερίας από τον καταναγκασμό που τους υποχρέωσε ο μέχρι σήμερα επιβεβλημένος από τους λαούς τους πολιτισμός (αυτός ήταν ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, ένας πολιτισμός που γέννησε η αληθινή δημοκρατία) και ένοιωσαν πως αυτοί είναι τόσο δυνατοί (οικονομικά και στρατιωτικά, δεν μιλούμε για κανένα πολιτιστικό παράδειγμα σήμερα πια) ώστε να γράψουν κάθε πολιτισμένη συμπεριφορά στα παλιά τους τα παπούτσια τότε ξεδίπλωσαν τα βαρβαρικά τους ήθη και έθιμα και πέταξαν με ένα σαρδόνιο χαμόγελο τις μάσκες του πολιτισμού που τους ανάγκασε η κουλτούρα της Αθήνας του Περικλή να φορούν.
Τέλος και θα κλείσω με το :
5. Το γλωσσικό και η γραμματεία
Συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο της απαξίωσης κάθε τι ελληνικού. Με εξαίρεση την ποίηση (αυτήν την αναγνωρίζει, όχι γιατί την κατάλαβε, γιατί όλοι οι μεγάλοι ποιητές μας είναι ελληναράδες αλλά μάλλον επειδή έχουμε δύο Νοπελίστες, δηλαδή διανοούμενους με την σφραγίδα της Εσπερίας) δεν έχουμε καμία σπουδαία λογοτεχνική, αστική παραγωγή. Δεν ξέρω γιατί διαχωρίζει την λογοτεχνία σε αστική και μη αστική.
Το νεοελληνικό μυθιστόρημα περιγράφει κατά κανόνα την μοίρα ατόμων από τα μεσαία στρώματα που συνθλίβονται μέσα σε συνθήκες στενές και μίζερες κάτω από την πίεση ανεκπλήρωτων ονείρων και μάταιων προσδοκιών. Ακόμα και όσοι φτάνουν ψηλά, περνάνε σαν μετέωρα, χωρίς να αφήσουν πίσω τους ένα συγκεκριμένο έργο ως κρυστάλλωση ενός συγκροτημένου προσώπου, παρά μονάχα σκόρπιες μνήμες, σκόρπιες αγάπες, και σκόρπια μίση.
Μάλλον «Αρλεκιν» διάβαζε…
Θα αναφέρω μερικούς που θυμάμαι και που έχω διαβάσει. Σίγουρα μου διαφεύγουν άλλοι τόσοι, που δεν ανήκουν σε σκόρπιες μνήμες, σκόρπιες αγάπες και σκόρπια μίση, χώρια αυτοί που δεν έχω διαβάσει.
Παπαδιαμάντης, Ροΐδης, Τσίρκας, Ξενόπουλος, Πηνελόπη Δέλτα, Βαλαωρίτης, Βιζυηνός, Καζαντζάκης, Μυριβήλης, Λουντέμης, Πρεβελάκης, Κρυστάλης, Κωνσταντίνος Καραβίδας, Ανδρέας Λασκαράτος, Τάσος Λειβαδίτης κλπ.
Ζωγράφοι; Τόσοι πολλοί και τόσο καλοί!
Κάπου γράφει ακόμα ότι δεν καταφέραμε να έχουμε όπερα.
Έχουμε τη Δώρα Στράτου, θα του απαντήσω ευθύς. Άσε που και Όπερα έχουμε και έναν Σκαλκώτα, (ακούστε αυτό το αριστούργημα που έχω ανεβάσει στην αρχή της ανάρτησης) ισάξιο του Μουσόρσκι έχουμε και δύο μεγάλους λαϊκούς μουσικοσυνθέτες και πολύ αξιόλογη λαϊκή μουσική. Αλλά άντε να μάθεις σε γερμανομαθή, περί λαϊκής τέχνης. Αυτός ψάχνει για αστούς. Και γω προσωπικά τους αστούς τους έχω χεσμένους, όπως και όλη την αστική τάξη, γι αυτό και το βιβλιαράκι αυτό με ξίνισε .
Ξέρω, ότι πολλοί θα μου πούν ότι αναθεώρησε τις απόψεις του. Ε, και; Κάντε μια βόλτα στο διαδίκτυο και θα δείτε τις επαινετικές κριτικές που παίρνει αυτή η «Ελληνική Νομαρχία» του 21ου αιώνα.
Κρίμα!