Sunday, 26 April 2009

Η μαγεία του Παπαδιαμάντη, αλλά και του Mozart



Το πρώτο – εξωσχολικό - βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου ήταν το «ένα δένδρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» και το δεύτερο το «έγκλημα και τιμωρία»
Από τότε κυνηγούσα τα βιβλία με μανία. Λεφτά να αγοράσουμε δεν είχαμε, οπότε δανεικά και κόντρα δανεικά ήταν τα βιβλία που διαβάζαμε τότε. Τα βιβλία έκαναν τη βόλτα στο σχολείο μας.
Ελληνική λογοτεχνία άργησα πολύ να διαβάσω.
Τους έλληνες μυθιστοριογράφους και διηγηματογράφους τους θεωρούσα δεύτερους, κυρίως γιατί η διδασκαλία τους γινόταν από τα επίσημα σχολεία, με δάσκαλους άνοστους και βαριεστημένους επι το πλείστον. Πολλά χρόνια μετά το σχολείο, έπεσε στα χέρια μου η φόνισσα.
Αυτό ήταν. Την άλλη μέρα, έπεσα με τα μούτρα στον Παπαδιαμάντη. Τον διάβασα μονορούφι. Κακό βέβαια, γιατί ο Παπαδιαμάντης δεν διαβάζεται μονορούφι. Αλλά σιγά – σιγά, όπως πίνεται ένα καλό κρασί.
Πάντα ελπίζω να τον ξαναδιαβάσω.
Σήμερα, διάλεξα να ξαναδιαβάζω Παπαδιαμάντη, για να ξεφύγω από την μαυρίλα της παιδικής δουλείας. Μακριά από τα παγερά κολαστήρια του Ρανταστάν, θα μεταφερθούμε στον μαγικό κόσμο του μεγάλου αυτού λαϊκού λογοτέχνη.
Θα ταξιδέψουμε στο χώρο και στον χρόνο και θα φτάσουμε σε μια Ελλάδα πάμφτωχη, όπου…..

…..............................................................................

Η νύχτα όλη, ολοφέγγαρο, νύχτα βαθιά. Εκοιμάτο όλη η πλάσις, γυαλισμένη από το φεγγάρι, καθώς η Νεράιδα οπού πλαγιάζει και καθρεφτίζεται στην βρύσιν, βαθιά στα ρέματα. Γλύκα και δροσιά κι ευωδία, ήχος μυστικός έβγαινεν απ’ τα βουνά, απ’ τους λόγγους, απ’ τους κήπους τριγύρω.
Ο γερο-Παρθένης εστάθη κι εκοίταξε κι επόθει κάτι ν’ αγροικήσει, κάτι ν’ απολαύσει απ’ όλην αυτήν την γλύκα. Αλλά δεν ησθάνετο πλέον βαθιά. Μόνον που εθαύμαζε να βλέπει.

Μόνον μίαν στιγμήν εστάθη• είτα έκαμε δύο βήματα κατά το ερείπιον, το κατάλυμα εκείνο, το οποίον ευρίσκετο αριστερά, βορειότερα από την ιδίαν καλύβην του.
Το κατάλυμα είχε δύο τοίχους ορθίους ακόμη, ήτον υπαίθριον και ανώροφον, είχε τρίτον τοίχον μισόν, και ο τέταρτος έλειπεν εξ ολοκλήρου.
Παρέκαμψε τον τοίχον τον μεσημβρινόν, τον ακέραιον, και διευθύνθη προς το μέρος του τοίχου του βορεινού, του εντελώς πεσμένου.
Όταν έφτασεν έξωθεν του τοίχου του ανατολικού, ο οποίος εσώζετο κατά το ήμισυ, έξαφνα του εφάνη ότι ήκουσε μικρόν ψίθυρον, κάτι ως πνοήν. Εστάθη κι εκοίταξε. Βλέπει δια μέσου και όπισθεν του τοίχου τούτου, ο οποίος εις το υψηλότερον μέρος ήταν υπέρ το ανάστημα, εις δε το μεσαίον μέρος έφθανεν έως το στόμα και τον πώγωνα του γερο-Παρθένη, βλέπει, από μέσα από τον τοίχον, και ίσταντο τρία πρόσωπα.
Ήσαν γυναίκες• τρεις γυναίκες γυμναί, ολόγυμνοι. Όμοιαι με την προμήτορα Εύαν, καθ΄ όν χρόνον δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ακόμα τα φύλλα της συκής, και δεν είχον ραφεί οι
δερμάτινοι χιτώνες. Εις την σκιάν του ερειπίου, υπό τον πέπλον της νυκτός, τον περιαργυρούμενον και διατμιζόμενον από το φέγγος της σελήνης. Ισταντο εκεί, κι έκυπτεν η μία κάτω εις το έδαφος, σχεδόν γονυκλινής, η άλλη μισοσκυμμένη, η τρίτη ορθία ακόμη. Ευρίσκοντο ως εις μυστήριον εκεί. Δεν ήσαν φαντάσματα. Ήσαν ολόσωμοι. Δεν ήσαν γυμναί σαρκός και οστέων, διαφανή «περιπνεύματα», όπως ήσαν γυμναί ενδυμάτων. Τι ήθελαν; Τι εμελέτων, τι επικαλούντο άρα από την ωχράν Εκάτην, την μητέρα των, την πλέουσαν υψηλά εις τον αιθέρα, αι τρεις αύται άπεπλοι, αναμφίεστοι ιέρειαι; Ποίας έλεγον επωδάς; Ικέτευον την υπέρπλωον, την υπέρωνον αργυράν



Σελήνη, με τας μαύρας κηλίδας επάνω της, με τον Κάιν τον αδελφοκτόνον, πλακωμένον την κεφαλήν από πελώριον βράχον• την ικέτευον και την εξελιπάρουν, αυτήν, ήτις τόσον υψηλά βαίνει και τόσον χαμηλά βλέπει, να ευδοκήσει, να κατέλθει χαμηλότερα, να συγκαταβεί εις την αδυναμίαν των, ν’ ακούσει τας επωδάς των, να εκπληρώσει τας ευχάς των.

Η μία απλώς επεθύμει να λύσει την μαγείαν που της είχαν κάμει. Εις τον γάμον της, την ώρα της αλλαγής των δακτυλίων, της είχαν «ρίξει τα κορίτσια». Εγέννα διαρκώς θήλεα. Πέντε της είχαν γεννηθεί έως τώρα, κι οι γριές, που γνωρίζουν απ’ αυτά, έλεγαν ότι εννέα έμελλε να γεννήσει το όλον.

Η άλλη ήθελε να βλάψει μίαν εχθράν της, μίαν που εμελέτα κακά δι’ αυτήν, και την απειλούσε, με τα μάγια, να την εξολοθρεύσει, αυτήν και τον άνδρα της, και τα παιδιά της. Απεφάσισε κι αυτή να διδαχθεί τας μαγικάς τέχνας δια ν’ αποδώσει τα ίσα. Η μαγεία δια της μαγείας λύνεται.

Η τρίτη, ω! δεν ήθελε να είπει τι επεθύμει. Ίσως είχε μνηστήρα, ή εραστήν, όστις δυνατόν να ήτο και μνηστήρ, πιθανόν να εγίνετο και σύζυγος, πλην φευ! δεν την ηγάπα πλέον• εκοίταζε αλλού, του είχαν χαλάσει τα μυαλά άλλαι γυναίκες. Κι αυτή επροσπάθει να κατασκευάσει φίλτρα υπό το φέγγος το μελιχρόν, τη βοηθεία της ευμενούς Εκάτης, δια να του γυρίσει τα μυαλά προς το μέρος της. «Αι δε μη φιλεί, ταχέως φιλάσει». Ψάλλε, γλυκεία Σαπφώ, παρηγόρει τας ομοφύλους σου.

Και έκυπτον όλαι, κι εμελέτων, κι εψιθύριζον, κι έμελπον με πραείαν φωνήν τας επικλήσεις και τας επωδάς των, εις μυστηριώδη γλώσσαν την οποίαν ουδείς ποιητής δύναται να ερμηνεύσει και ουδείς μουσικός δύναται να σημαδογραφήσει.
Ιλεως, ίλεως γενού αυταίς, καλή Εκάτη! ίλεως την νύκτα ταύτην, αλλ'εν τη ημέρα της Κρίσεως;

Διάλεξα αυτό το μαγικό κομμάτι από Από «τα Μάγια» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, όχι μόνο για να ξεφύγουμε από τα ινδικά και όχι μόνο, κολαστήρια, αλλά γιατί διάβασα σε άλλο μπλόγκ, ότι ο Παπαδιαμάντης είναι ένας θρησκόληπτος κακομοίρης.
Παπαδιαμάντης με μουσικό φόντο την άρια της βασίλισσας της νύχτας, με την Diana Damrau σε εκπληκτική ερμηνεία.

38 comments:

cook said...

δεν το πιστευω οτι μπορει σημερα καποιος να πει ετσι για τον Παπαδιαμαντη!....μαυρα μεσανυχτα εχει...

cook said...

χριστος ανεστη αντζετακι :)

Λακων said...

Ότι και να λέμε και η σύγχρονη Ελλάδα έχει βγάλει πολύ μεγάλους ανθρώπους. Σε κάθε τομέα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι Καραθεοδωρή και Αινσταιν. Τι και αν σήμερα έχουν αποδειχθεί όλες του σχεδόν οι θεωρίες λάθος; Τι αν και τη μοναδική αξιόλογη θεωρία του την απέδειξε ο Έλληνας δάσκαλος του, ο Καραθεοδωρή;
Ο Αινσταιν θεωρειται ευφυία και ο Καραθεοδωρή είναι άγνωστος...
Για να μην αρχίσουμε τώρα να λέμε ποιοί παίρνουν Νόμπελ σήμερα, ποιοί τους τα δίνουν κτλ.
Χρόνια πολλά απο τη μεριά μου.

navarino-s said...

ange-ta να είσαι καλά που μας θυμίζεις τον Παπαδιαμάντη, αυτόν τον πατριάρχη της λογοτενίας μας, τον ανατόμο της ανθρώπινης ψυχής και των συναισθημάτων που όπως λέει και η cook μόνο αυτοί που έχουν μαύρα μεσάνυχτα μπορούν να μιλάνε για θρησκόληπτο και κακομοίρη!

@Λάκων γιατί παληκάρι μου, σώνει και καλά, χαλάς μια τόσο ωραία ανάρτηση με άσχετο θέμα; Αυτά για τον Καραθεοδωρή τον Αϊνστάϊν και την παγκόσμια συνωμοσία των εβραίων κατά του ελληνισμού μπορείας να τα γράψεις σε άλλα μπλογκ και ανάλογα θέματα και όχι νομίζω κάτω απ' το λόγο της αγάπης και του διαχρονικού ανθρωπισμού του μεγάλου μας "πατριάρχη".

Vrennus said...

«θρησκόληπτος κακομοίρης»; Ποιος κακομοίρης (που προφανώς θα τον διαβάζει από ...μετάφραση) το έγραψε;

ange-ta said...

@ cook

χριστός ανεστη κουκίτσα μου,
Για να πω την αλήθεια δεν τον είπε κακομοίρη, «φανατικό θρησκόληπτο» τον είπε, παρότι «ήξερε να χειρίζεται τον λόγο» …
Άρες ναρες κουκουνάρες δηλαδή. Είναι σα να λες, ο Αϊνστάιν ήταν μεγάλος γιατί ήξερε καλά μαθηματικά

@ Λακων

Για το Καραθεοδωρή, θα κάνω ανάρτηση! και θα τα πούμε εκεί!

@ navarino-s

Δεν ξέρω, πως το έχουν δει οι σημερινοί Έλληνες να περιφέρουν την αγραμματοσύνη τους δεξιά και αριστερά υπερηφανευόμενοι μάλιστα.

Όσο για τον Καραθεοδωρή, θα κάνω μια μικρή ανάρτηση, γιατί είναι ένας παρεξηγημένος Έλληνας, τόσο από τη μια, την υποστηρικτική πλευρά όσο και από την άλλη, δηλαδή αυτή που τον αγνοεί.
Αναμφίβολα ο Καραθεοδωρής ήταν ένας σπουδαίος έλληνας!!

@ Vrennus,

χρόνια πολλά, είσαι καλά;; Πήγες πουθενά το Πάσχα;
ε, το παράκανα λιγάκι, με το «κακομοίρης» όπως γράφω στην cook, έκανα ελεύθερη μετάφραση..

αθεόφοβος said...

Αν πιστεύω ότι οι νέοι μας θα έπρεπε να μαθαίνουν την καθαρεύουσα είναι για να μπορούν να απολαύσουν τα κείμενα του Παπαδιαμάντη και του Ροϊδη που αν τους μεταφράσεις στην νεοελληνική είναι σαν από ένα διαμαντένιο κολλιέ αφαιρέσεις τα διαμάντια.
Κολιέ μπορεί να μείνει αλλά όχι αδαμάντινο!

ndemonicos said...

ange-ta: Το θεωρώ εκπληκτικό: Μπήκα, κατά την προτροπή σου προς την κ. Περικλέους, μπήκα στο μπλογκ σου και νόμισα ότι είμαι άλλος. Εκτός και δεν αναφέρεσαι σε μένα. Διότι διάβασα:
«Διάλεξα αυτό το μαγικό κομμάτι από Από "τα Μάγια" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, όχι μόνο για να ξεφύγουμε από τα ινδικά και όχι μόνο, κολαστήρια, αλλά γιατί διάβασα σε άλλο μπλόγκ, ότι ο Παπαδιαμάντης είναι ένας θρησκόληπτος κακομοίρης».
Μα πότε απεκάλεσα τον Παπαδιαμάντη «κακομοίρη»; Μακάρι να είχα την πέννα και τις διηγηματικές ικανότητές του! Θρησκόληπτο τον απεκάλεσα... για όνομα, όπως λέγει και ο Λαζόπουλος. Και μικρόνου ως προς την αποστολή του ελλόγου στο σύμπαν.
Γιατί μου αποδίδεις αυτήν την μομφή;
Θρησκευόμενο, με τον δικό του ίσως τρόπο, θα αποκαλούσα τον Καζαντζάκη. Μειώνει αυτός ο χαρακτηρισμός καθ' οιονδήποτε τρόπο τις όποιες αφηγηματικές, στον πεζό και ποιητικό λόγο, ικανότητες διέθετε;
Διάβασα και τα σχόλια επί του δήθεν «κακομοίρης». Το οποίο αυθαιρέτως συμπέρανες - και απορώ πώς και από πού. Και θεωρώ ανέντιμη την καταγραφή σου (αντιγράφω):
"Για να πω την αλήθεια δεν τον είπε κακομοίρη, «φανατικό θρησκόληπτο» τον είπε παρότι ήξερε να χειρίζεται τον λόγο»...
Άρες νάρες κουκουνάρες δηλαδή. Είναι σα να λες, ο Αϊνστάιν ήταν μεγάλος γιατί ήξερε καλά μαθηματικά".
Ώστε αυτό μόνον είπα; Ότι ξέρει να χειρίζεται τον λόγο; Προτρέπω τους «πιστούς» σου να επισκεφθούν το φουστανΕΛΛΑΣ, μόνο και μόνο για να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι πόσο διεστρέβλωσες αυτά που είπα.
Ειλικρινά λυπούμαι. Προς στιγμήν είχα θεωρήσει ότι πιθανόν είσαι αξιόλογο άτομο. Λάθος μου.
Από την μία έμεινες στο «κακομοίρης» για να αποσπάσης τα μπράβο των αγνοούντων πιστών, από την άλλη, φοβούμενη μήπως και ανακαλύψω την «μπαμπεσιά» επειδή σε πληροφόρησα ότι μπήκα στον μπλογκ σου, επιχείρησες να επανορθώσης. Αλλά κατά μέρος, ψευδόμενη και πάλι. Τώρα δεν θα πω «ειλικρικά λυπούμαι». Τώρα θα πω σε λυπάμαι.
Διάβασα λοιπόν και τα σχόλια «πιστών» σου, αλλά δεν έχω να πω κάτι. Λάθος πληροφορία τους έδωσες, σε λάθος συλλογιστική ήταν επόμενο να μπουν.

ange-ta said...

@ Αθεόφοβε,

Ναι στην νεοελληνική χάνονται κάπως και οι δύο, αλλά παραμένουν Μεγάλοι με Μ κεφαλαίο!
Χάνεται το κέντημα της γραφής τους.

ange-ta said...

@ndemonicos,

καλώς τον και ας άργησες.

Θα ήταν πιο γεναίο να έλεγες την πάτησα και όχι να μας τα "χώνεις" όπως γράφεις και στην ανάρτησή σου.

Για διάβασε εδω τι γράφεις:

"Όσοι θεωρούμε πως ο πολύ καλός χειριστής του λόγου και με ιδιαίτερες ικανότητες στην διηγηματική γραφή του «κοσμοκαλόγηρος» υπήρξε ένας φανατικός θρησκόληπτος, είμαστε «εγκλωβισμένοι, σε δόγματα και προσωπική ματαιοδοξία».

Αυτό ήταν καημένε μου ο Παπαδιαμάντης;; "με ιδιαίτερες ικανότητες στην διηγηματική γραφή του" και "πολύ καλός χειριστής του λόγου"
Θέλεις να βγεις και απο πάνω!

"Εμμέσως πλην σαφώς εδήλωσα τον θαυμασμό μου για το συγγραφικό-διηγηματικό ύφος του Παπαδιαμάντη και την από αυτόν πολύ καλή χρήση της γλώσσας"

Τι να σου πω δηλαδή, εσύ δεν καταλαβαίνεις αυτά που γράφεις, εγώ σου φταίω;;;;

Ασε, το μάθημα που μου έκανες για τον Ελύτη και το Νόμπελ.

Ε, λοιπόν μάθε ότι ο Παπαδιαμάντης δεν είναι ένας καλός χειριστής του λόγου, αλλα κατι βαθυτερο και πολύ σοβαρότερο, που αδυνατείς να κατανοήσεις


Α, ναι ΟΥΤΕ ΘΡΗΣΚΟΛΗΠΤΟΣ ΗΤΑΝ, και ας έγραφε για θεούς και δαίμονες. Ακριβώς γιατι έγραφε για δαιμόνες και δαιμόνια και φαντάσματα ΔΕΝ ήταν θρησκόληπτος!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Αλλα και αυτο δεν θα το καταλάβεις!

Να πω και άλλα για τον Παπαδιαμάντη, θα χάσω τα λόγια μου.

ange-ta said...

και κάτι άλλο αγαπητέ δαιμονικέ.

Μπορείς να προσβάλεις εμένα όσο γουστάρεις, αλλά να σέβεσαι τους σχολιαστές και να αφήσεις αυτά "οι πιστοί" και τα λοιπά!

Αλλά και ο σεβασμός του άλλου χρειάζεται γεναιότητα, που εύχομαι να έχεις!

navarino-s said...

Εγώ, χρησθείς από τον ndemonico ως "πιστός" της ange-ta (πάλι καλά που ο φίλος μας αρκέστηκε σε έναν τόσο κόσμιο χαρακτηρισμό, γιατί θα μπορούσε π.χ. να μιλήσει και για "εσμό ange-taϊκών κλακαδόρων)θέλω να απαντήσω με μια παροιμία του Κομφούκιου: "Να ένας άνθρωπος που μπορείς να του μιλήσεις, δεν του μίλησες; χάνεις τον άνθρωπο. Να ένας άνθρωπος που δεν μπορείς να του μιλήσεις, του μίλησες; χάνεις τα λόγια σου".

ange-ta said...

@ navarino-s



"Να ένας άνθρωπος που μπορείς να του μιλήσεις, δεν του μίλησες; χάνεις τον άνθρωπο. Να ένας άνθρωπος που δεν μπορείς να του μιλήσεις, του μίλησες; χάνεις τα λόγια σου".

ΥΠΕΡΟΧΟ!!!

ndemonicos said...

ange-ta, είναι λάθος να αρχίζης από... την μέση - εκτός αν σε απασχολή το να καλυφθής. Δίνεις λάθος πληροφορίες, ίσως διότι δεν είσαι ενήμερη.
Γράφει κάποιος Δ. Πάφιλας σε άρθρο του με τον τίτλο «Ο συγγραφέας των χρεοκοπιών και ο Rubini» (αναρτήθηκε στις 18.04 στην στήΛη ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ του φουστανΕΛΛΑΣ):
«Πολλοί εγκλωβισμένοι, σε δόγματα και προσωπική ματαιοδοξία, πιστεύουν ότι, ο συγγραφέας των ημερών, ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ήταν απλώς ένας θρησκόληπτος συγγραφέας».
Και καταλήγει: «Και τα λόγια του παραμένουν ακόμη επίκαιρα. Καλό και χρήσιμο να είσαι άθεος ή κοσμοπολίτης, εάν είσαι Άγγλος, Γάλλος, Γερμανός. Όταν είσαι Έλληνας όμως έχεις ανάγκη την θρησκεία σου».
Του απαντώ σε δριμύ ύφος για την προσβολή προς όλους όσοι διατηρούν παρόμοια άποψη με την δική μου.
Δέχομαι την επίθεση δύο συνομιλητών για το ύφος μου και αναρτώ αυτό που διάβασες. Αλλά και αυτό παραποιημένο το μετέφερες. Τι γράφω; Ιδού:
"Τι μας λέγει ο κύριος αυτός; Όσοι θεωρούμε πως ο πολύ καλός χειριστής του λόγου και με ιδιαίτερες ικανότητες στην διηγηματική γραφή του «κοσμοκαλόγηρος» υπήρξε ένας φανατικός θρησκόληπτος, είμαστε «εγκλωβισμένοι, σε δόγματα και προσωπική ματαιοδοξία»".
Τι αντιγράφεις ότι γράφω;
"Όσοι θεωρούμε πως ο πολύ καλός χειριστής του λόγου και με ιδιαίτερες ικανότητες στην διηγηματική γραφή του «κοσμοκαλόγηρος» υπήρξε ένας φανατικός θρησκόληπτος, είμαστε «εγκλωβισμένοι, σε δόγματα και προσωπική ματαιοδοξία».
Παραλείπεις την πρώτη πρόταση (Τι μας λέγει ο κύριος αυτός;), η οποία οδηγεί στον κ. Πάφιλα. Χωρίς να σε απασχολή το ότι κάποιος ως εκ προοιμίου προσβάλλει όλους όσοι θεωρούν (ακόμη και λάθος) τον Παπαδιαμάντη θρησκόληπτο.
Τελικά είσαι ικανή διαστρεβλώτρια. Όσον αφορά στους «πιστούς», είναι εύκολο να αντιληφθή κάποιος ότι εσένα εννοώ ότι τους θεωρείς πιστούς και όχι ότι εκείνοι είναι τάχα πιστοί σου. Διότι αν δεν τους θεωρούσες εσύ, δεν θα εμφάνιζες διεστρεβλωμένα τα γραπτά άλλων κατά το βολεύον. Θα τα αντέγραφες όπως ακριβώς έχουν. Σαν διαβασμένη που είσαι, θα γνωρίζης ότι η αφαίρεση ή προσθήκη και ενός κόμματος μπορεί να αλλοιώση την έννοια. Εκτός και το «ήξεις αφίξεις» σου είναι άγνωστο.
Γενναιότητα λοιπόν είναι να καταγράφης τα αληθή και όχι τα βολεύοντα και κατά βούλησιν.
Σε ενώχλησε η άποψή μου για τον κοσμοκαλόγηρο; Δικαίωμά σου. Αλλά και δικό μου να τον κρίνω για ό,τι θεωρώ άξιο κριτικής.
Διαφέρουν τα πιστεύω μας, και η άποψίς μου για τον Παπαδιαμάντη δεν αλλάζει -πολύ που σε απασχολεί-, διότι δεν υπάρχουν νεώτερα στοιχεία.
Ναι, μεγάλος λογοτέχνης, αλλά αυτό δεν αναιρεί το θρησκόληπτος.
Ίσως πάλι δεν καταλαβαίνω, αλλά δεν είμαι διαβασμένος όσο εσύ.
Και για να συνεννοούμεθα: Στο Χριστός ανέστη, το καταπωμένο παραμύθι σας, απαντώ: μαγκιά του.
Πώς θα μπορούσαμε λοιπόν να συνεννοηθούμε;
Εδώ τελεία και παύλα. Έχω και σημαντικώτερα πράγματα να κάνω από μια χωρίς ουσία αντιπαράθεση. Π.χ. να μετρώ τα άστρα του ουρανού.

ange-ta said...

@ δαιμονικέ,
Ο καθένας έχει δικαίωμα να έχει διαφορετικές απόψεις, αλλά σε κάθε άποψη που έχεις θα πρέπει να αναγνωρίσεις στον άλλο το δικαίωμα να σε κριτικάρει. Ξέρω, η κριτική πονάει, αλλά θα πρέπει να την ανεχτούμε, να την αναλύσουμε, να την δεχτούμε ή να την απορρίψουμε. Να δεχτείς κριτική, όπως είπα χρειάζεται γενναιότητα, που στην καθημερινότητα την χάνουμε. Αυτό το λέω και για μένα!
Σου άσκησα βαριά κριτική από τη πρώτη στιγμή! ΠΟΛΥ ΠΙΟ ΒΑΡΙΑ από όσα έγραψα εδώ. Πως μου απάντησες; Να κάνω το σταυρό μου. Βλέπεις δεν ψάχνεις να βρεις γιατί σου άσκησα κριτική, αλλά τι καπνό φουμάρω. Είμαι –κατά σε - θρήσκα εκ προοιμίου, που θίχτηκα, όταν άκουσα κάποιον να απαξιώνει τον Παπαδιαμάντη, επειδή ο Παπαδιαμάντης δεν είναι αυτό που είναι, αλλά αυτό που νομίζεις ότι είναι.
Αν σου έλεγα, ότι ο Παπαδιαμάντης δεν είναι μεγάλος γιατί είναι καλός χειριστής του λόγου, επειδή ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ. Μάλιστα ο Ελύτης, τον «μαλώνει» γιατί είναι απρόσεχτος και πολλές φορές γράφει με προχειρότητα. Κάνει λάθη, που ένας ατάλαντος συγγραφέας δεν θα έκανε.
Ίσως αν σου έλεγα, ότι ούτε θρήσκος είναι, με αυτό που καταλαβαίνει ο πολύς κόσμος. Σου έγραψα όμως με τα λόγια του νομπελίστα Ελύτη:
«Σε όποια του σελίδα και αν σταθούμε, αναγνωρίζουμε κάτω από τον χριστιανό τον Έλληνα, κάτω από τον μυστικοπαθή, τον μεσημβρινό αισθησιάρχη, κάτω από τον άνθρωπο της εκκλησιάς, τον άνθρωπο της σάρκας, των μυριστικών χόρτων, του γιαλού……..»
Πως τα εξέλαβες αυτά τα λόγια του Ελύτη;;; Συγχύστηκες γιατί κώλυσα το επίθετο «νομπελίστας» στον Ελύτη, κάτι που δεν σημαίνει τίποτα. Το γεγονός ότι ο Ελύτης απορρίπτει το «χριστιανός» και το «άνθρωπος της εκκλησιάς» το προσπέρασες. Δεν ενδιαφέρεσαι, για ότι λένε κάποιοι που μάλλον ξέρουν την λογοτεχνία καλλίτερα από μας. Αρκεί να έχεις εσύ δίκιο.
Δεν έχω να καλύψω τίποτα, δεν έχω να ξεγελάσω κανέναν, απλώς μου την δίνουν όσοι κατατάσσουν τους ανθρώπους σε κουτάκια!
Θρήσκος, άθεος, αριστερός, δεξιός, εθνικιστής, διεθνιστής, κοντός ψηλός, χοντρός λιγνός, κομπλεξικός, νεοδημακράτης, πασόκος συριζαίος, κουκουές, κλπ. κλπ. κλπ.
Και ξέρεις γιατί θέλουν κουτάκια;; Γιατί δεν μπορούν να σκεφτούν, παρά μόνο όταν κατατάσσουν τον συνομιλητή τους κάπου! Μετά μπαίνει εμπρός η γνωστή κασέτα!
Για σένα ο Παπαδιαμάντης είναι θρήσκος, τελεία! ΚΑΙ ΟΜΩΣ (ΓΥΡΙΖΕΙ) ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ!!!
Και από κει ξεκινάει ο καυγάς!

cook said...

αυτο μου με ενοχλει και με θλιβει ειναι οτι καποιοι ανθρωποι θελουν ελευθερα να λενε τη γνωμη τους και περιμενουν μαλιστα το σεβασμο των αλλων γι'αυτη,μα δεν αναγνωριζουν ουτε στο ελαχιστο το δικαιωμα της αντιρρησης στους αλλους και μαλιστα καταφευγουν σε προσβολες...
το θεμα εδω δεν ειναι ο Παπαδιαμαντης κατ' εμε,μα ο τροπος που προσεγγίζει κανεις μια διαφωνια,για να ακουσει και να καταλαβει ή για να ρητορευσει...
...η δευτερη κατηγορια σαφως δεν διαβαζει απο αγαπη Παπαδιαμαντη...

ange-ta said...

Κουκίτσα καλημέρα.

Εστι ακριβώς! Ας μην σχολιάσω περαιτέρω, γιατι για αυτούς που νομίζουν ότι ελευθερία είναι να λές ότι σου βγαίνει, εχω πεί αρκετά. Τόσο εδώ, όσο και στην ανάρτηση περι Παπαδιαμάντη στο http://www.politismospolitis.org/

με τον τίτλο: "Το δικαίωμα του σκέπτεσθαι, κρίνειν, ομιλείν".

ndeminicos@hotmail.com said...

Στις 04 Μαΐου δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα φουστανΕΛΛΑΣ το παρακάτω άρθρο, το οποίο υπογράφει κάποια γυναίκα (άγνωστον αν κυρία ή δεσποινίς και δεν θα αναφέρω το όνομά της). Γράφει:
«Kάποτε ο χρόνος είχε τέσσερις εποχές, σήμερα έχει δύο.
Κάποτε δουλεύαμε οκτώ ώρες, σήμερα έχουμε χάσει το μέτρημα.
Κάποτε είχαμε χρόνο να πάμε για καφέ με τους φίλους μας. Τώρα τα λέμε μέσω MSN και Skype.
Κάποτε είχαμε χρόνο να κοιτάξουμε τον ουρανό, να δούμε το χρώμα του, να ακούσουμε το κελάϊδισμα των πουλιών, να νιώσουμε την ευωδιά του βρεγμένου χώματος. Σήμερα τα βλέπουμε στην τηλεόραση.
Κάποτε παίζαμε με τους φίλους μας ποδόσφαιρο στις αλάνες. Σήμερα παίζουμε ποδόσφαιρο στο Playstation.
Κάποτε ζητάγαμε συγγνώμη από κοντά. Σήμερα το λέμε και με SMS.
Κάποτε κυκλοφορούσαμε με ταπεινά αυτοκίνητα 1000 κυβικών και ήμασταν χαρούμενοι. Σήμερα κυκλοφορούμε με τζιπ 2000 κυβικών και στεναχωριόμαστε που δεν έχουμε τζιπ… 3000 κυβικών.
Κάποτε αγοράζαμε ένα παντελόνι και το είχαμε για δύο χρόνια. Τώρα το έχουμε δύο μήνες και μετά παίρνουμε άλλο.
Κάποτε ζούσαμε σε σπίτι 65 τετραγωνικών και… ήμασταν ευτυχισμένοι. Σήμερα ζούμε σε σπίτια 120 τετραγωνικών και δεν χωράμε μέσα…
Κάποτε λέγαμε καλημέρα σε ένα περαστικό και τον ρωτούσαμε για την τάδε οδό. Σήμερα μας το λέει ο navigator.
Κάποτε πίναμε νερό της βρύσης και ήμασταν μια χαρά. Σήμερα πίνουμε εμφιαλωμένο και…αρρωσταίνουμε.
Κάποτε είχαμε τις πόρτες των σπιτιών ανοικτές, όπως και τις καρδιές μας. Σήμερα κλειδαμπαρωνόμαστε, βάζουμε συναγερμούς και έχουμε και 5-6 λυκόσκυλα για να μην αφήσουμε κανέναν να μας πλησιάσει. Είτε είναι καλός, είτε κακός.
Κάποτε ξυπνάγαμε πρωί πρωί την Κυριακή για να πάμε στην εκκλησία. Σήμερα δεν πάμε γιατί είναι…η μόνη μέρα ξεκούρασης! Και γιατί οι παπάδες γίνανε μεσίτες και επιχειρηματίες.
Κάποτε είχαμε 2 τηλεοπτικά κανάλια και πάντα βρίσκαμε κάτι ενδιαφέρον να δούμε. Σήμερα έχουμε 100 κανάλια και δεν μας αρέσει κανένα πρόγραμμα.
Κάποτε μαζευόμασταν όλη η οικογένεια γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι και αισθανόμασταν ενωμένοι και ευτυχισμένοι. Σήμερα έχει ο καθένας το δικό του δωμάτιο και δεν βρισκόμαστε μαζί στο τραπέζι ποτέ…
Κάποτε η σκληρή δουλειά ήταν ιδανικό. Σήμερα είναι χαζομάρα!
Κάποτε τα περιοδικά έπαιρναν συνέντευξη από τον Σεφέρη. Σήμερα παίρνουν από τον Καρβέλα.
Κάποτε μας μάγευε η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη, σήμερα μας ξεκουφαίνει ο…Μακρόπουλος.
Κάποτε οι τραγουδίστριες τραγουδούσαν με τη φωνή. Σήμερα τραγουδούν με κάτι άλλο.
Κάποτε ντοκουμέντο ήταν μια επιστημονική ανακάλυψη. Σήμερα ντοκουμέντο είναι ένα ερασιτεχνικό βίντεο που δείχνει δύο οπαδούς ομάδων να ανοίγουν ο ένας το κεφάλι του άλλου.
Κάποτε βλέπαμε στην τηλεόραση κινούμενα σχέδια με τον Μίκυ Μάους, τον Σεραφίνο, τον Τιραμόλα. Σήμερα βλέπουμε τους Power Rangers και τους Monsters με όπλα και χειροβομβίδες να σκοτώνουν και να ξεκοιλιάζουν…τους κακούς.
Κάποτε μας αρκούσε μια βόλτα με τον κοπέλα μας σε ένα ταπεινό δρομάκι της γειτονιάς. Χέρι-χέρι, να κοιτάμε τον ουρανό, να σιγοψυθιρίζουμε ένα ρομαντικό τραγουδάκι και να ταξιδεύουμε νοητά. Σήμερα πάμε διακοπές στο Ντουμπάι, στο Μαρόκο και στο Μεξικό. Και ονειρευόμαστε ταξίδια στο Θιβέτ.
Κάποτε είχαμε το θάρρος και τη λεβεντιά να λέμε «Έκανα λάθος». Σήμερα λέμε «Αυτός φταίει»…
Κάποτε νοιαζόμασταν για το γείτονα, σήμερα τσατιζόμαστε αν αγοράσει καλύτερη τηλεόραση από εμάς.
Κάποτε ζούσαμε με το μισθό μας. Σήμερα ζούμε με τους μισθούς που ΘΑ πάρουμε.
Κάποτε δεν είχαμε φράγκο στην τσέπη, μα ήμασταν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένοι! Σήμερα έχουμε τα πάντα και τρωγόμαστε με τα ρούχα μας.
Κάποτε περνάγαμε υπέροχα στο ταβερνάκι της γειτονιάς, με κρασάκι, τραγούδι και κουτσομπολιό. Σήμερα…μιζεριάζουμε σε ακριβά εστιατόρια του Κολωνακίου.
Κάποτε ιδανικό ήταν να γίνεις αναγνωρισμένος. Σήμερα ιδανικό είναι να γίνεις απλά αναγνωρίσιμος.
Κάποτε μας δάνειζε λεφτά ο αδελφός μας. Σήμερα μας δανείζουν οι τράπεζες.
Κάποτε κοιτούσαμε στα μάτια τους ανθρώπους. Τώρα τους κοιτάμε στην τσέπη.
Κάποτε δουλεύαμε για να ζήσουμε. Σήμερα ζούμε για να δουλεύουμε.
Κάποτε είχαμε χρόνο για τον εαυτό μας. Σήμερα δεν έχουμε χρόνο για κανένα….
Αυτό το «Κάποτε», το έλεγαν Ζωή…
Kι όμως... υπάρχει ελπίδα να ανακτήσουμε τον χαμένο χρόνο... και να ζήσουμε το υπέροχο δώρο της ζωής, μέσα στην αγάπη και στη δημιουργία…

Όντας από την φύση μου διεστραμμένος και τελευταίως ολιγόσχολος, έγραψα την ίδια ημέρα το παρακάτω σχόλιο:
@Πολλά τα «κάποτε» – και δυστυχώς κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Θα διαφωνήσω όμως με κάποια από αυτά.
Όπως π.χ. με εκείνο το «Κάποτε ξυπνάγαμε πρωί πρωί την Κυριακή για να πάμε στην εκκλησία»! Τι το ήθελες; Αν σήμερα δεν πάταγε κανείς στο πόδι του σε εκκλησία (όχι διότι «είναι…η μόνη μέρα ξεκούρασης», αλλά επειδή θα είχε συνειδητοποιήση αφ’ ενός τον απεχθή φόρο αγκυλώσεως που καταβάλλει και αφ’ ετέρου την προδοσία έναντι του λόγου υπάρξεώς του με το να παραδίδη το πνεύμα του –πες το ψυχή, αν θέλης– στα χέρια κάποιων δήθεν θεών), τότε και μόνον τότε θα μπορούσαμε να ελπίζουμε σε κάτι καλλίτερο. Διότι απλώς και μόνο δεν θα δουλώναμε το πνεύμα μας. Δεν θα ήμαστε δούλοι δηλαδή. Εκτός αν θεωρής ότι είμαστε ελεύθεροι…
Γράφεις: «Κάποτε η σκληρή δουλειά ήταν ιδανικό. Σήμερα είναι χαζομάρα!».
Τι είδους παραλογισμός είναι αλήθεια αυτός; Και πόσο λίγο γνωρίζεις την αθρώπινη φύση! Ουδέποτε η σκληρή δουλειά (ή δουλεία, έχουν ακριβώς την ίδια σημασία) υπήρξε ιδανικό. Η φύσις του ανθρώπου επέβαλλε, επιβάλλει και εσαεί θα επιβάλλη την επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού αποτελέσματος με την καταβολή της μικρότερης δυνατής προσπάθειας.
Η δουλειά (ή δουλεία) ήταν, είναι και εσαεί θα είναι «κατ’ ανάγκην». ΕΠΙΒΑΛΛΟΜΕΝΗ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΕΚΟΥΣΙΑ.
Φοβούμαι ότι έχεις μπερδέψει την δουλειά (ή δουλεία, ιδιαιτέρως την πνευματική) με την δημιουργικότητα. Ή, ακόμη-ακόμη, με την εργασία.
Επίσης θεωρώ αναγκαίο να σε πληροφορήσω ότι «ουδέν κακόν αμιγές καλού» και τούμπαλιν. Η επιστημονική –άρα και η τεχνολογική και ό,τι αυτή συμπαρασύρη– πρόοδος δεν εξαρτάται από την ατομική βούληση του καθενός. Όπως και όσο δεν εξαρτάται από την βούλησή του η κυκλοφορία του αίματος στο σώμα. Εξαιρείται βεβαίως η περίπτωσις αυτοκτονίας.
Γράφεις: «Κάποτε δουλεύαμε για να ζήσουμε. Σήμερα ζούμε για να δουλεύουμε».
Εδώ είναι διπλό το λάθος. Αφ’ ενός ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ δουλεύουμε για να ζούμε», επειδή δεν γίνεται αλλοιώς∙ οι δούλοι ήσαν, είναι και εσαεί θα είναι υποχρεωμένοι να δουλεύουν. Και μη «μασάς» το παραμύθι περί «εργαζομένων» και «εξηρτημένης εργασίας» – μας δουλεύουν∙ εξηρτημένη δουλεία είναι, πες το δουλειά, αν έτσι αισθάνεσαι καλλίτερα. Και αφ’ ετέρου η ρήσις έχει εφαρμογή στο φαΐ.
Τέλος, αν αυτά που γράφης αποτελούν δική σου «παραγωγή», θα έπρεπε και το τελευταίο να το κλείσης με την παράθεση και του «σήμερα». Αν δηλαδή κάποτε «Αυτό το “Κάποτε” το έλεγαν Ζωή…», σήμερα το λένε Βίωση.
Και κάτι που μου κίνησε την περιέργεια. Γιατί, ενώ είσαι άνδρας, επέλεξες να εμφανίζεσαι με γυναικείο όνομα;

Ο φουστανΕΛΛΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣmos αναρωτιέται απευθυνόμενος προς εμένα:
@Μήπως κάνετε κάποιο λάθος;
Για δείτε εδώ:
Και με παραπέμπει σε ένα μπλογκ ή όπως αλλοιώς λέγεται.

Απαντώ στον φουστανΕΛΛΑΣ, αφού επισκέφθηκα το προταθέν μπλογκ:
@Πιθανόν κάνω λάθος. Αλλά δεν φταίω εγώ. Σταχυολογώ από το κείμενο:
Α) «Κάποτε είχαμε χρόνο να πάμε για καφέ με ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ μας». [Δεν είχε φίλες;]
Β) «Κάποτε παίζαμε με ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ μας ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ στις αλάνες. Σήμερα παίζουμε ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ στο Playstation». [Πότε συνέβαινε να παίζουν οι γυναίκες ποδόσφαιρο και μάλιστα στις αλάνες;]
Γ) «Κάποτε αγοράζαμε ένα ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ…». [Εκείνο το «κάποτε» οι γυναίκες δεν φορούσαν παντελόνια. Να θυμίσω ένα σουξέ του «κάποτε»: την Βαλεντίνα, που όπως το πάει «σε λίγα χρόνια θα φορέση παντελόνια».]
Δ) «Κάποτε μας αρκούσε μια βόλτα με ΤΟΝ ΚΟΠΕΛΑ ΜΑΣ σε ένα ταπεινό δρομάκι της γειτονιάς». [Εδώ μπερδεύτηκα λίγο, διότι Ο και Η δεν είναι δίπλα στο πληκτρολόγιο. Αλλά με την κοπέλα ΤΟΥΣ βόλτα «κάποτε» έβγαιναν οι νέοι. Με τα κορίτσια και οι νέες, «κάποτε» δε μόνον και αυστηρώς οι νέες.]
Ε) «Κάποτε περνάγαμε υπέροχα στο ταβερνάκι της γειτονιάς, με κρασάκι, τραγούδι και κουτσομπολιό». [Κάποτε η παρουσία γυναίκας στο ταβερνάκι δεν ήταν σύνηθες φαινόμενο. Και μόνο με τον πατέρα ή τον σύζυγο. Ούτε καν με τον αδελφό.]
στ) «Κάποτε ιδανικό ήταν να γίνεις ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΟΣ. Σήμερα ιδανικό είναι να γίνεις απλά ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΜΟΣ». [Μόνο αν ήσουν άνδρας. Αν ήσουν γυναίκα, ή στο «βάθος» σε έστελνε η ανδροκρατούμενη κοινωνία μας «κάποτε» ή σε άφηνε στο σπίτι. Και πάντως αν αναγνωριζόσουν, ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΗ και ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΜΗ θα καθίστασο.]
ΚΑΙ ΟΛΕΣ οι αναφορές ωσάν να περιγράφη κάποιος άνδρας. Ακόμη και το «τραγουδίστριες» αντί «τραγουδιστές».
Φταίω λοιπόν αν κάνω κάποιο λάθος;
Διότι το κείμενο φαίνεται να το έχη γράψει άνδρας, δεν νομίζω ότι κάνω λάθος – τουλάχιστον στο «φαίνεται». Ή κάποια γυναίκα η οποία σκέφτεται και δρα σαν άντρας.
Δεν υπονοώ κάτι, ίσα-ίσα έχει επικρατήσει ο χαρακτηρισμός ως τίτλος τιμής για τις γυναίκες. [Έχει μπέσα κ.λπ.]

Ακολουθεί ένα σχόλιο δικό σου, ange-ta:
@Αγαπητή Γιώτα, έχεις απόλυτο δίκιο!!!!
Σήμερα η ζωή είναι μια ανταλλαγή χρημάτων και συμφερόντων, χωρίς αρώματα, χωρίς χρώματα και αυτό το κείμενο το τονίζει δεόντως. Ξεχάσαμε τις μυρωδιές των λουλουδιών, τα τραγούδια των πουλιών, το παίξιμο στις αλάνες, κορίτσια - αγόρια (η αγαπητη μου Διονυσία, πάει έναν αιώνα πίσω)!!!
Εγώ αγαπητή Διονυσία σύχναζα σε καφενεία και ταβέρνες χωρίς την παρουσία του μπαμπά μου!
Αυτά τα “αι γυναίκες δεν σύχναζαν εις τα καφενεία”, είναι ιστορίες του 1800 αντε του 30 και βέβαια του χωριού.
Η Αθήνα του 70 και 80 είναι αυτη που περιγράφει η Γιώτα.
Οσο για την κριτική που ασκείς, γιατί δεν ξεχωρίζει το αρσενικό απο το θηλυκό, αυτοί είναι οι ευνουχισμοί της γελοίας εποχής μας.
Ο/η είπε….. που γράφει και ο blogger και με συγχύζει σφόδρα γιατί μοιάζει με το ώι ώι η μάννα μου!!
Και όλα όσα γράφει είναι πολύ σπουδαία ζητηματα!!
Χάρηκα που σε διάβασα Γιώτα

Αμέσως ένα ακόμη δικό σου, απευθυνόμενο στην «αγαπητή Διονυσία»:
@Αγαπητή Διονυσία,
ΧΙΛΙΑ ΣΥΓΝΩΜΗ, διάβασα τον δαιμονικό και νόμιζα ότι διάβαζα εσένα.
ΟΠΟΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΙΚΟ!

Ακολουθούν έξι (6) σχόλια, εκ των οποίων τα πέντε είναι εκτός ουσίας σε σχέση με την αντιπαράθεση, το ένα έχει σχέση με το θέμα. Το παραθέτω:
@΄Οποτε και να ήταν αυτό το κάποτε, οι άνθρωποι ήταν ευτυχισμένοι τότε;
Και πόσοι θα ήθελαν να αλλάξουν τη σημερινή ζωή τους με την κάποτε ζωή τους;
Γιατί δεν αφήνουν την Αθήνα και να επιστρέψουν στα χωριά τους, τότε;
Και γιατί δεν αφήνουν την Εκάλη και τη μεζονέτα για να επιστρέψουν στο διάρι της πλατείας Κολιάτσου;
Κατά τη γνώμη μου δύο τινά συμβαίνουν.
Ή νοσταλγούμε –όσοι νοσταλγούμε– όχι το κάποτε, αλλά τα κάποτε νιάτα μας.
Ή είδαμε ότι πήραμε τη ζωή μας λάθος κι ότι, απλώς, αλλάξαμε βάσανα, οπότε προτιμάμε την εποχή που τουλάχιστον μαζί με τα βάσανα υπήρχαν και όνειρα.
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΒΙΤΣΟΣ | 05 Μαΐου 2009

Αμέσως μετά ένα δικό μου:

@Προς όλους: Ναι, είναι δίμετρη - και τι δίμετρη!
@ ange-ta: Αγαπητή μου, το «κάποτε» του γιού μου παραπέμπει στα τέλη της δεκαετίας του ‘90. Και ένα ανηψάκι μου 6,5 ετών μας είπε: «όταν ήμουνα μικρός…». Αυτά στα οποία αναφέρεται ο/η συγγραφέας του άρθρου δεν παραπέμπουν στις δεκαετίες του ‘70 και του ’80 – άσε το ότι δεν υπήρχαν αλάνες τότε πια. Τουλάχιστον εκείνους οι οποίοι έχουν καβαλλήσει τα δεύτερα «ήντα». Αλλά φαίνεται πώς ούτε το «και δυστυχώς κάπως έτσι έχουν τα πράγματα», με το οποίο αρχίζει πρώτο το σχόλιό μου, σου επέτρεψε να αντιληφθής ότι συμφωνώ γενικά με τα καταγραφόμενα, στάθηκα δε κριτικά σε τρία σημεία. Το γιατί εσύ θα το απαντήσης – εγώ το έχω ήδη απαντήσει.
Γράφεις: «Αυτά τα “αι γυναίκες δεν σύχναζαν εις τα καφενεία”, είναι ιστορίες του 1800 αντε του 30 και βέβαια του χωριού.
Η Αθήνα του 70 και 80 είναι αυτη που περιγράφει η Γιώτα.
Οσο για την κριτική που ασκείς, γιατί δεν ξεχωρίζει το αρσενικό απο το θηλυκό, αυτοί είναι οι ευνουχισμοί της γελοίας εποχής μας».
Είμαι λοιπόν χωριάτης τη καταγωγή. Εσύ ως προς τι είσαι, διότι το ύφος σου και η έλλειψις πληροφορήσεως επ’ αυτού που σχολιάζεις αυτό δείχνει, χωριάτισσα;
Κάτι χειρότερο δείχνει η τελευταία αποστροφή σου στο ανωτέρω: Ότι η δυνατότητά σου κριτικής προσεγγίσεως υφίσταται όσο και ο μέγας πληθυσμός ανθρωποπιθήκων. Ή ότι η προκατάληψις τυφλώνει την όποια αντιληπτική ικανότητά σου. Πώς τόλμησες να θεωρήσης ότι ανήκω στην μερίδα αυτήν στην οποία με κατατάσσεις; Τόσο τυφλώνει η εχθρότητα; Ή αυτή είναι η ικανότητά σου;
Ξαναδιάβασέ το –παρότι θα χάσης πολύτιμο χρόνο– και αν επιμείνης στις απόψεις σου, μην απαντήσης. Αν όχι, απαιτώ μια λεβέντικη συγγνώμην.
Λυπάμαι μόνο για το ότι ενώ είσαι νέος άνθρωπος με μνήμες του «κάποτε» από τις δεκαετίες στις οποίες αναφέρεσαι, μια διαφωνία (ίσως και αντιπαλότητα) επί ενός θέματος νοιώθεις την ανάγκη να την μεταφέρης όπου να ‘ναι, αρκεί να ικανοποιήσης μιαν εχθρική(;) παρόρμηση. Πιθανολογώ ότι δεν διάβασες το πρώτο σχόλιό μου. Αν όχι, το λάθος είναι δικό σου. Αν ναι, στάθηκες εκεί που ΗΘΕΛΕΣ να σταθής. Θα το χαρακτηρίσω κουταμάρα, στενότητα πνεύματος. Υπάρχει και άλλος χαρακτηρισμός. Προς στιγμήν τον αφήνω στην άκρη.

Στην συνέχεια απαντώ στον κ. Βίτσο:
@ Συμβαίνουν και τα δύο, κ. Βίτσο.
Και «νοσταλγούμε –όσοι νοσταλγούμε– όχι το κάποτε, αλλά τα κάποτε νιάτα μας».
Και «είδαμε ότι πήραμε τη ζωή μας λάθος κι ότι, απλώς, αλλάξαμε βάσανα, οπότε προτιμάμε την εποχή που τουλάχιστον μαζί με τα βάσανα υπήρχαν και όνειρα».
Η απόλυτη αλήθεια στην σκιαγράφηση αυτού του «κάποτε» του νοσταλγού-καθενός μας.
Και μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως ούτε στην εποχή μου, ούτε στην εποχή του πατέρα μου, ούτε στην εποχή του παπού μου «δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα». Έχω δε την υποψία πως ούτε και σήμερα συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Έπονται άλλα έξι (6), τα οποία και αυτά είναι εκτός ουσίας σε σχέση με την αντιπαράθεση.

Αυτή, ange-ta, είναι η ροή των κειμένων-σχολίων.
Και βεβαίως, ποιούμενη την νήσσαν, δεν απάντησες. Καταλαβαίνω... δεν είχες χρόνο να ασχοληθής. «Αρκετά ασχολήθηκα με αυτές τις ανοησίες, σιγά που θα χάσω τον πολύτιμο χρόνο μου να τσεκάρω μη και μου απάντησε ο δαιμονικός. Δεν χεζόμαστε...». Ή δεν κατάλαβες; Διότι τα γραπτά σου δεν συνάδουν με τόση ανικανότητα. Με πρόθεση όμως; Εκτός και τον καιρό αυτόν διαβάζεις τον υπόλοιπο Παπαδιαμάντη – πέραν δηλαδή των 2.000 σελίδων. Οπότε δικαιολογείσαι.
Όμως η τακτική της σουπιάς δεν είναι ό,τι καλλίτερο. Όταν προσβάλλης, έχεις δύο δρόμους: Ή επιμένεις ή αναθεωρείς και ζητείς συγγνώμμην. ΑΝΤΡΙΚΙΑ πράγματα. [Αν –και θα το πω με πραγματική λύπη– και είμαι σχεδόν βέβαιος ότι και αυτό το ΑΝΤΡΙΚΙΑ θα το παρεξηγήσης. Και όχι διότι δεν αντιλαμβάνεσαι τι εννοώ. Αλλά διότι ΠΡΕΠΕΙ. Εύχομαι να κάνω λάθος, ειλικρινά το εύχομαι.]
Είμαι υποχρεωμένος λοιπόν να συμπεράνω ότι επιμένεις στην προσβλητική άποψή σου για μένα, η οποία εκφράζεται μέσα από τον αφορισμό σου «Οσο για την κριτική που ασκείς, γιατί δεν ξεχωρίζει το αρσενικό απο το θηλυκό, αυτοί είναι οι ευνουχισμοί της γελοίας εποχής μας». Όπου ο υποστάς τον πνευματικό ευνουχισμό είμαι εγώ. [Τώρα βέβαια θα έπρεπε να σου ζητήσω να με πληροφορήσης ή αιτιολογήσης ποια εποχή ΔΕΝ ήταν γελοία κατ’ εσέ, αλλά αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Χωρίς αυτό να σημαίνη ότι δεν συμφωνώ σε μεγάλο βαθμό με τον χαρακτηρισμό. Αλλά με ενδιαφέρουν τα αίτια της κατάντιας και όχι το αποτέλεσμα. Καμμιά ασθένεια δεν γιατρεύεται, αν δεν διαγνωστούν τα αίτια που την προκαλούν.]
Πέραν του πόσο απληροφόρητη είσαι για τις «κάποτε» επικρατούσες συνθήκες, δεν πρόσεξες ή ηθελημένα προσπέρασες την σημασία μιας καταγραφής μου (στ) ως σχολιασμού της θέσεως της αρθρογράφου «Κάποτε ιδανικό ήταν να γίνεις ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΟΣ. Σήμερα ιδανικό είναι να γίνεις απλά ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΜΟΣ». Ιδού ο σχολιασμός μου: Μόνον αν ήσουν άνδρας. Αν ήσουν γυναίκα, ή στο «βάθος» σε έστελνε η ανδροκρατούμενη κοινωνία μας «κάποτε» ή σε άφηνε στο σπίτι.
Θεωρείς τον σχολιασμό αυτόν απόρροια ευνουχισμού; Θεωρείς ότι συμφωνώ με το «βάθος»; Θεωρείς ότι εγκρίνω το ανδροκρατούμενο –τότε απύθμενο– της κοινωνίας μας; Θεωρείς ότι είμαι της απόψεως πως «η γυναίκα είναι για το σπίτι»; Δεν θα με εξέπληττες αν απαντούσες θετικά – θα με απεγοήτευες ακόμη περισσότερο. Ίσως σου το επιβάλλη το παραπάνω ΠΡΕΠΕΙ σου.
Θα σου πω και κάτι, σαν μάθημα ενός μεγαλύτερου από σένα. Αδιάβαστου μεν –και από παπά– αλλά με αρκετή πείρα: Η σιωπή δεν είναι πάντοτε χρυσός – ιδιαιτέρως όταν πρόκειται για ένοχη. Και είναι, αγαπητή μου, ό,τι πιο ευκολοδιάβαστο μπορείς να διανοηθής. Ανοιχτό βιβλίο. Τα λόγια μπορούν να παραπλανήσουν – η σιωπή ποτέ.
Τώρα που θα τα ξαναδιαβάσης, περιμένω απάντηση. Και αν δεν επιμείνης στην θέση σου, απαιτώ μια λεβέντικη συγγνώμην.
Ή το ένα ή το άλλο. Τώρα πια δεν μπορείς να «κάνης ότι δεν κατάλαβες». Τώρα πια δεν μπορείς να σιωπήσης.

Σημ.: Είναι μέρες τώρα που επιχειρώ να ανοίξω την σελίδα, μπλογκ, λινκ, όπως το λένε, αλλά δεν ανοίγει. Από τα τέλη Απριλίου. Για τούτο η φαινομενική καθυστέρησις.
Και κάτι άλλο: Σήμερα, οπότε κατώρθωσα να μπω στο μπλογκ, διάβασα μιαν απάντησή σου. Και αντιγράφω μία παράγραφο:
Πως τα εξέλαβες αυτά τα λόγια του Ελύτη;;; Συγχύστηκες γιατί κώλυσα το επίθετο «νομπελίστας» στον Ελύτη, κάτι που δεν σημαίνει τίποτα. Το γεγονός ότι ο Ελύτης απορρίπτει το «χριστιανός» και το «άνθρωπος της εκκλησιάς» το προσπέρασες. Δεν ενδιαφέρεσαι, για ότι λένε κάποιοι που μάλλον ξέρουν την λογοτεχνία καλλίτερα από μας. Αρκεί να έχεις εσύ δίκιο.
Η ερώτησίς μου: Πώς και από πού συμπέρανες ότι ο Ελύτης απορρίπτει το «χριστιανός» και το «άνθρωπος της εκκλησιάς»; Με την καταγραφή «Σε όποια του σελίδα και αν σταθούμε, αναγνωρίζουμε κάτω από τον χριστιανό τον Έλληνα, κάτω από τον μυστικοπαθή, τον μεσημβρινό αισθησιάρχη, κάτω από τον άνθρωπο της εκκλησιάς, τον άνθρωπο της σάρκας, των μυριστικών χόρτων, του γιαλού…» θεωρείς, αντελήφθης ότι ο Ελύτης απορρίπτει τις δύο αυτές ιδιότητες;
«Κάτω από τον δολοφόνο αναγνωρίζουμε μια τρυφερή ψυχή» απορρίπτει τον δολοφόνο;
«Κάτω από τον μέθυσο αναγνωρίζουμε τον μοναχικό άνθρωπο» απορρίπτει τον μέθυσο;
Παραδίδομαι. Επιμένοντας ότι υπήρξε θρησκόληπτος. Και επειδή όλοι βλέπουμε τα πράγματα εξ υποκειμένου, ξαναδιάβασε την «Γυφτοπούλα». Και πες μου πόσο συμφωνείς και γιατί, αν συμφωνής, με την επίθεση εναντίον του Πλήθωνος. Το τι αυτό σημαίνει, μπορούμε να το δούμε κάποιαν άλλη στιγμή. Αποφορτισμένη.
Τέλος, την κριτική την επιζητώ. Με ενδιαφέρει όσο δεν φαντάζεσαι. Η ΚΡΙΤΙΚΗ.
Αυτό θα προτιμούσα να σου το αποστείλω σε προσωπικό τόπο, αλλά δεν γνωρίζω το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο σου.
Παρά το επιθετικό ύφος και των δύο, θεωρώ ότι υπάρχει χώρος για μιαν επικοινωνία. Γνωρίζεις το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μου, αν θέλης απάντησέ μου - ακόμη και αν θεωρής ότι επικοινωνείς με ένα αστοιχείωτο.
Χωρίς να διαφωνώ με την καταγραφή σου «... απλώς μου την δίνουν όσοι κατατάσσουν τους ανθρώπους σε κουτάκια», αναρωτήθηκες ποτέ αν εμείς πρώτοι κατατάσσουμε τους εαυτούς μας σε κουτάκια; Για σκέψου το.

ange-ta said...

@ daimonike,

θα σου απαντήσω με την ησυχία μου.

Τώρα πνίγομαι

ange-ta said...

@ ndeminicos

Θέλω να μου πεις ποιο από όλα τα θέματα θέλεις να συζητήσουμε,

Ας πούμε το Άρθρο για το χθές, αλλά θέλω να σου πω, πολύ ευχαρίστως και το θέμα αθεΐα – θρησκοληψία - Παπαδιαμάντης.


Πάμε στο Αρθρο περί του εχτές:

«Kάποτε ο χρόνος είχε τέσσερις εποχές, σήμερα έχει δύο. Σωστό! Η άνοιξη και το φθινόπωρο έχουν εξαφανιστεί, όχι μόνο θερμοκρασιακά αλλά από πλευράς χλωρίδας, αφού την χλωρίδα την έχουμε αντικαταστήσει με μπετόν!
Κάποτε δουλεύαμε οκτώ ώρες, σήμερα έχουμε χάσει το μέτρημα. Σωστό, ο καπιταλισμός από το 1980 και εντεύθεν έχει αγριέψει, το μεροκάματο ΔΕΝ φτάνει ούτε για ντομάτες.
Κάποτε είχαμε χρόνο να πάμε για καφέ με τους φίλους μας. Τώρα τα λέμε μέσω MSN και Skype. Σωστό!
Κάποτε είχαμε χρόνο να κοιτάξουμε τον ουρανό, να δούμε το χρώμα του, να ακούσουμε το κελάϊδισμα των πουλιών, να νιώσουμε την ευωδιά του βρεγμένου χώματος. Σήμερα τα βλέπουμε στην τηλεόραση. Καμία ένσταση!!
Κάποτε παίζαμε με τους φίλους μας ποδόσφαιρο στις αλάνες. Σήμερα παίζουμε ποδόσφαιρο στο Playstation. Σωστό με ένσταση ότι ΔΕΝ παίζαμε μόνο ποδόσφαιρο στις αλάνες, αλλά και βόλεϊ και μήλα κι ξυλίγκι και κουτσό και μπερλίνα και………………
Κάποτε ζητάγαμε συγγνώμη από κοντά. Σήμερα το λέμε και με SMS. σωστό με ένσταση οι ελληναράδες, δεν το πολυξέρουν το συγνώμη, αλλά σήμερα ακόμα λιγότερο.
Κάποτε κυκλοφορούσαμε με ταπεινά αυτοκίνητα 1000 κυβικών και ήμασταν χαρούμενοι. Σήμερα κυκλοφορούμε με τζιπ 2000 κυβικών και στεναχωριόμαστε που δεν έχουμε τζιπ… 3000 κυβικών. Σωστό !!!!!!!!!!!!
Κάποτε αγοράζαμε ένα παντελόνι και το είχαμε για δύο χρόνια. Τώρα το έχουμε δύο μήνες και μετά παίρνουμε άλλο. Σωστό!!!!!!!!!!!
Κάποτε ζούσαμε σε σπίτι 65 τετραγωνικών και… ήμασταν ευτυχισμένοι. Σήμερα ζούμε σε σπίτια 120 τετραγωνικών και δεν χωράμε μέσα, Σωστό με ένσταση, λίγοι εχουν μεγάλο σπίτι, αλλά όσοι έχουν θέλουν μεγαλίτερο.
Κάποτε λέγαμε καλημέρα σε ένα περαστικό και τον ρωτούσαμε για την τάδε οδό. Σήμερα μας το λέει ο navigator. ανευ αξίας η παρατηρηση
Κάποτε πίναμε νερό της βρύσης και ήμασταν μια χαρά. Σήμερα πίνουμε εμφιαλωμένο και…αρρωσταίνουμε. Σωστό!!!!!!!
Κάποτε είχαμε τις πόρτες των σπιτιών ανοικτές, όπως και τις καρδιές μας. Σήμερα κλειδαμπαρωνόμαστε, βάζουμε συναγερμούς και έχουμε και 5-6 λυκόσκυλα για να μην αφήσουμε κανέναν να μας πλησιάσει. Είτε είναι καλός, είτε κακός. Σωστό!!! Εγώ έχω ζήσει να θέλουμε να φύγουμε για μερικές μέρες και να ψάχνουμε όλο το σπίτι να βρούμε ΤΟ κλειδί. Το ένα και μοναδικό, που κάπου ήταν πεταμένο. Νύχτα – μέρα το σπίτι ορθάνοιχτο!!!!!!!!!!
Κάποτε ξυπνάγαμε πρωί πρωί την Κυριακή για να πάμε στην εκκλησία. Σήμερα δεν πάμε γιατί είναι…η μόνη μέρα ξεκούρασης! Και γιατί οι παπάδες γίνανε μεσίτες και επιχειρηματίες. Σωστό!
Κάποτε είχαμε 2 τηλεοπτικά κανάλια και πάντα βρίσκαμε κάτι ενδιαφέρον να δούμε. Σήμερα έχουμε 100 κανάλια και δεν μας αρέσει κανένα πρόγραμμα. Σωστό!!!! Η ποιότητα της τιβούλα έπεσε δραματικά
Κάποτε μαζευόμασταν όλη η οικογένεια γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι και αισθανόμασταν ενωμένοι και ευτυχισμένοι. Σήμερα έχει ο καθένας το δικό του δωμάτιο και δεν βρισκόμαστε μαζί στο τραπέζι ποτέ… Σωστο
Κάποτε η σκληρή δουλειά ήταν ιδανικό. Σήμερα είναι χαζομάρα! Σωστό
Κάποτε τα περιοδικά έπαιρναν συνέντευξη από τον Σεφέρη. Σήμερα παίρνουν από τον Καρβέλα. Σωστό

ange-ta said...

Κάποτε μας μάγευε η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη, σήμερα μας ξεκουφαίνει ο…Μακρόπουλος. ένσταση, ανευ σημασίας, εμένα προσωπικά ΔΕΝ μ αρέσει ο Κ. καθόλου.
Κάποτε οι τραγουδίστριες τραγουδούσαν με τη φωνή. Σήμερα τραγουδούν με κάτι άλλο. Κάπως μπανάλ, ένσταση αποδεκτή.
Κάποτε ντοκουμέντο ήταν μια επιστημονική ανακάλυψη. Σήμερα ντοκουμέντο είναι ένα ερασιτεχνικό βίντεο που δείχνει δύο οπαδούς ομάδων να ανοίγουν ο ένας το κεφάλι του άλλου. Σωστό κάπως, όχι απολύτως, αλλά τονίζει τη βία που έχει γίνει καθημερινό θέαμα.
Κάποτε βλέπαμε στην τηλεόραση κινούμενα σχέδια με τον Μίκυ Μάους, τον Σεραφίνο, τον Τιραμόλα. Σήμερα βλέπουμε τους Power Rangers και τους Monsters με όπλα και χειροβομβίδες να σκοτώνουν και να ξεκοιλιάζουν…τους κακούς. Σωστό, αλλά με ένσταση γιατί ούτε οι τότε λένε κάτι!
Κάποτε μας αρκούσε μια βόλτα με τον κοπέλα μας σε ένα ταπεινό δρομάκι της γειτονιάς. Χέρι-χέρι, να κοιτάμε τον ουρανό, να σιγοψυθιρίζουμε ένα ρομαντικό τραγουδάκι και να ταξιδεύουμε νοητά. σωστό και όχι σωστο, άλλα δείχνει το πνεύμα εκείνης της εποχής,.
Σήμερα πάμε διακοπές στο Ντουμπάι, στο Μαρόκο και στο Μεξικό. Και ονειρευόμαστε ταξίδια στο Θιβέτ. Σωστο με ένσταση.
Κάποτε είχαμε το θάρρος και τη λεβεντιά να λέμε «Έκανα λάθος». Σήμερα λέμε «Αυτός φταίει»… Χμ σου είπα και πιο πάνω, ότι ο ελληναράς συγνώμη δεν ξέρει να πει, αλλά ΣΗΜΕΡΑ η κατάσταση έχει χειροτερέψει.
Κάποτε νοιαζόμασταν για το γείτονα, σήμερα τσατιζόμαστε αν αγοράσει καλύτερη τηλεόραση από εμάς. Σωστόοοο
Κάποτε ζούσαμε με το μισθό μας. Σήμερα ζούμε με τους μισθούς που ΘΑ πάρουμε. Σωστό
Κάποτε δεν είχαμε φράγκο στην τσέπη, μα ήμασταν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένοι! Σήμερα έχουμε τα πάντα και τρωγόμαστε με τα ρούχα μας. Σωστό
Κάποτε περνάγαμε υπέροχα στο ταβερνάκι της γειτονιάς, με κρασάκι, τραγούδι και κουτσομπολιό. Σήμερα…μιζεριάζουμε σε ακριβά εστιατόρια του Κολωνακίου. Σωστό
Κάποτε ιδανικό ήταν να γίνεις αναγνωρισμένος. Σήμερα ιδανικό είναι να γίνεις απλά αναγνωρίσιμος. Σωστό
Κάποτε μας δάνειζε λεφτά ο αδελφός μας. Σήμερα μας δανείζουν οι τράπεζες.
Σωστό
Κάποτε κοιτούσαμε στα μάτια τους ανθρώπους. Τώρα τους κοιτάμε στην τσέπη. Σωστό
Κάποτε δουλεύαμε για να ζήσουμε. Σήμερα ζούμε για να δουλεύουμε. Σωστό με ένσταση. Ο άνθρωπος πάντα ζούσε για να δουλέψει, σήμερα είναι χειρότερα
Κάποτε είχαμε χρόνο για τον εαυτό μας. Σήμερα δεν έχουμε χρόνο για κανένα…. Αυτό και αν είναι σωστό
Αυτό το «Κάποτε», το έλεγαν Ζωή…
Kι όμως... υπάρχει ελπίδα να ανακτήσουμε τον χαμένο χρόνο... και να ζήσουμε το υπέροχο δώρο της ζωής, μέσα στην αγάπη και στη δημιουργία…
Σωστό με ένσταση, παραείναι αισιόδοξο. Εγω φοβάμαι ότι ο κατήφορος είναι χωρίς επιστροφή.

Έχεις κάθε δικαίωμα να διαφωνήσεις, εγω βρίσκω την ανάρτηση, αν και κάπως ρομαντική σε γενικές γραμμές σωστή.
Ωστόσο, όταν κάποιος κοιτάει πίσω και βρίσκει το παρελθόν καλύτερο από το παρόν είναι κάτι σύνηθες, αλλά πολλές φορές είναι ΚΑΙ δείγμα κοινωνικής ντεκαντάνς . Ο Περικλής, λέει στον Επιτάφιο ακριβώς το ανάποδο. Εμείς είμαστε καλύτεροι από τους προγόνους μας και τα παιδιά μας θα είναι καλύτερα από μας. ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΙΣΧΥΡΙΣΤΕΙ ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΟ ΣΗΜΕΡΑ;;;;;

ange-ta said...

Μπορείς να γράψεις ολόκληρα κατεβατά για το χτες και το σήμερα, αλλά να κωλύσεις αν αυτός που το έγραψε είναι γυναίκα ή άντρας είναι τουλάχιστο υπεκφυγή και δεν θέλεις να δεις την πραγματικότητα.
Ακόμα να ψάχνεις την ακριβή χρονική περίοδο που συνέβαινε το κάποτε είναι ομοίως μικρόψυχο. Δες, απλώς πόσο η ποιότητα της ζωής και των ανθρωπίνων σχέσεων χαλαει από μέρα σε μέρα και τότε θα σου είναι αδιάφορο να η Βαλεντινα είχε παντελόνι ή φουστάνι.
Εμένα ουδόλως με ενδιαφέρει το πολιτικαλ κορεκτ! Σου είπα είναι ευνουχισμοί της γελοίας εποχής μας και μάλλον δεν το κατάλαβες!!!!!!

Για την εκκλησία, κάνεις πάλι λάθος, ή μάλλον ερμηνεύεις τα γεγονότα με τη δική σου αντίληψη. Νομίζεις ότι ο άθεος γίνεται και αυτομάτως έξυπνος και αγαθός. Αλλά να σου πω κάτι για να σε κουφάνω. Στην εκκλησία πήγαιναν και οι αρχαίοι Έλληνες. Εκκλησία σημαίνει συνάθροιση και δείχνει την ανθρώπινη ανάγκη για επικοινωνία. Αυτή η επικοινωνία έχει διακοπεί και βρισκόμαστε σε εποχή απίστευτης απομόνωσης και αλλοτρίωσης. Φρόντιζε να κοιτάς πίσω από τις γραμμές και σταμάτα να κάνεις μαθήματα αθεΐας σε άθεους!
Και σε σχέση με τη δουλειά κάνεις λάθος. Η εργασία ανήκει στην δημιουργία, αλλά ο καπιταλισμός την έχει κάνει δουλεία. Όμως η τάση είναι σωστή. Κάποτε το φτωχόπαιδο δούλευε σκληρά με χαρά, γιατί έτσι κέρδιζε τη ζωή του και τη ζωή των παιδιών του. Και αυτό του έδινε μια αξία. Ανήκε η εργασία στο πεδίο της ηθικής, ενώ η τεμπελιά στο πεδία της ανηθικότητας. Σήμερα δουλεύουν τα κορόϊδα λέει η καινούργια ηθική, ενώ οι ξύπνιοι κλέβουν τον ιδρώτα των άλλων. Βέβαια έτσι ήταν από την εποχή που υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Το χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι ότι ΑΥΤΗ Η ΑΝΗΘΙΚΟΤΗΤΑ, έχει διαβρώσει τον κοινωνικό ιστό σε σημείο που η ζωή να σημαίνει ΜΟΝΟ χρηματικές συναλλαγές ακόμα και ανάμεσα στους συγγενείς, κάτι που μετατρέπει τη ζωή στον πλανήτη ολάκαιρο σε μια κόλαση.

Η διαφορά είναι ουσιώδης!

ange-ta said...

Μου γράφεις ότι ποίησα την νήσσαν και δεν σου απάντησα σε όσα παρακάτω λες. Τι να σου απαντήσω ρε δαιμονικέ; «Γιατί οι άνθρωποι δεν πάνε πίσω στα χωριά τους»;;;;
«Γιατί δεν αφήνουν την βίλα στην Εκάλη να πάνε στην Κολιάτσου»;;; ¨»Ότι η Γιώτα μπερδεύει το παρελθόν με τα νιάτα της»;; Που να σου απαντήσω;
«Ότι η δυνατότητά μου κριτικής προσεγγίσεως υφίσταται όσο και ο μέγας πληθυσμός ανθρωποπιθήκων».
« ότι η προκατάληψις τυφλώνει την όποια αντιληπτική ικανότητά μου». (Σε ξέρω για να είμαι προκατειλημμένη απέναντι σου;;;) «Πώς τόλμησα να θεωρήσω ότι ανήκω στην μερίδα αυτήν στην οποία με κατατάσσεις»; «Τόσο τυφλώνει η εχθρότητα; Ή αυτή είναι η ικανότητά μου»;
Βγάζουν κανένα νόημα αυτά που γράφεις για να σου απαντήσω;;;;
Τώρα μπορεί να σ έθιξα με όσα έγραψα, αλλά σ αυτό ΕΣΥ έχεις την ευθύνη!
Όταν γράφεις για κάποια ζητήματα, που νομίζεις πως τα ξέρεις και μάλιστα ομιλείς με ύφος ειδικού, οφείλεις να αναμένεις και κάποια αντίρρηση!

Πάμε τώρα στον Παπαδιαμάντη: Σου είπα, ότι έχω διαβάσει τα άπαντα του και μάλιστα σου είπα ποια έκδοση. Όχι τώρα δεν διαβάζω Παπαδιαμάντη, γιατί έχω κατασταλάξει για την μεγάλη αξία του!

Με τον ευνουχισμό της γελοίας εποχής μας, προφανώς δεν εννοώ εσένα, αλλά την εποχή. Σήμερα το πολίτικαλ κορεκτ, αξιώνει να καταργηθεί η γραμματική που έλεγε ότι το αρσενικό υπερίσχυε του θηλυκού (αυτό έμαθα στο γυμνάσιο) και να βάζουμε και τα δύο. Επί αυτού έχουν γραφεί πολλά σχόλια και άρθρα, εγώ απλώς λέω ότι αυτές είναι γελοίες και ευνουχισμένες αιτιάσεις. Κρίμα που ΔΕΝ το κατάλαβες, καθόσον σου είπα και το παράδειγμα του ο/η σαν το ωι – ωι η μάνα μου!!!!


Το ερώτημα ΠΟΙΑ εποχή ΔΕΝ ήταν γελοία είναι άσχετο και δεν σηκώνει καμία απάντηση!
Ούτε, όταν λέμε κάτι σημαίνει ότι πρέπει να λέμε αμέσως και τα αίτια, γιατί τότε Θα σταμάταγε κάθε νήμα συζήτησης. Σκέψου, δηλαδή να ζητάει κάποιος από κάποιον άλλον «σε παρακαλώ διάβασε μου εδώ, γιατί ξέχασα τα γυαλιά μου» και συ να ψάχνεις να βρεις το λόγο, που ο άλλος ξέχασε τα γυαλιά του.
Με ρωτάς «Θεωρείς ότι είμαι της απόψεως πως «η γυναίκα είναι για το σπίτι»; Όχι δεν θεωρώ τίποτα, δεν είναι αυτό το θέμα!
Περί Ελύτη: Εκανα ένα αφιέρωμα, που μυρίζει μαγεία και φύση, και αυτή είναι η ουσία του έργου του Παπαδιαμάντη και όχι η θρησκοληψία που βλέπεις εσύ! Αυτή είναι η άποψη μου, εσύ μπορείς να έχεις τη δικιά σου. Δεν είναι κανένα θέμα συγνώμης, ο καθείς και οι απόψεις του.
Για τον Πλήθωνα τον Γεμιστό, τι να σου πω ρε παιδάκι μου:
Ζεύ πατέρα, αυτοπάτορα, πρεσβύτατε και δημιουργέ,
πανυπέρτατε βασιλέα, που τα γέννησες όλα, επιφανέστερε από όλους,
εσύ που εξουσιάζεις τα πάντα και είσαι αυτοόν και αυτοένα και το ίδιο το αγαθό•
εσύ ο οποίος από τον άπειρο αιώνα γέννησες αυτά όλα,
όσα μεν (είναι) μεγαλύτερα ο ίδιος και με αυτά τα άλλα,
Αθεος είναι αυτός;;;
Ενώ άκουσε τον Παπαδιαμάντη:


Λέγεται δε ότι η θαλασσία Νύμφη δεν έμεινε μέχρι τέλους άτεγκτος και συνήνεσε να είναι ορατή άπαξ του μηνός εις τον λατρευτήν της. Εις αμοιβήν της ευνοίας ταύτης ο Αννίβας κατέστη ένθερμος κήρυξ και απόστολος της παλιμψήστου θρησκείας του Πλήθωνος.

Θρήσκος είναι αυτός;;;;

ange-ta said...

@ daimonike,

αναγκάστηκα να κάνω τα σχόλια πολλά γιατι δεν έπαιρνε ο μπλόγκερ ένα!

ndeminicos@hotmail.com said...

Σήμερα κατάφερα να μπω στο μπλογκ σου και θέλω να σου αποστείλω ένα κείμενο, το οποίο όμως αποτελείται από 23.000 χαρακτήρες.
Υπάρχει τρόπος να το αποστείλω άπαξ;

ange-ta said...

@daimonoke,αν ήξερα θα το εκανα και γω

Ν. Δημόνικος said...

Συγγνώμην, ange-ta, αλλά θα πω εκείνο το «τρία πουλάκια...» ή το «έχετε γεια βρυσούλες...».
Ξεκινώ το σχόλιό μου στο «ΚΑΠΟΤΕ» ως εξής: «Πολλά τα "κάποτε" – και δυστυχώς κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Θα διαφωνήσω όμως με κάποια από αυτά».
Και διαφωνώ με τρία «Κάποτε», όπως τα εκφράζει η αρθρογράφος.
1. Με το «Κάποτε ξυπνάγαμε πρωί πρωί την Κυριακή για να πάμε στην εκκλησία».
Χρησιμοποιώ την λέξη «εκκλησία» επειδή την χρησιμοποιεί η αρθρογράφος. Πολύ καλά πρέπει να γνωρίζης ότι η λέξις καθόλου δεν εσήμαινε ΤΟΤΕ αυτό που το ίδρυμα επέβαλε να σημαίνει σήμερα. ΤΟΤΕ ήταν η εκκλησία του Δήμου – η έκκλησις προς τους ΠΟΛΙΤΕΣ για συμμετοχή στις όποιες υποθέσεις των κοινών. Σήμερα εννοεί τον ναό του θεού της πίστεως – ένα μαγαζί δηλαδή. Και οι πιστοί μπορεί μεν να πηγαίνουν τα πρωινά της Κυριακής, άλλοι/ες για να μοστράρουν τα ντυσίματά τους και άλλοι για να σώσουν την ψυχή τους, αλλά η σχέσις που επεχείρησες να προσδώσης είναι παντελώς άστοχη.
Με ρωτάς: «Νομίζεις ότι ο άθεος γίνεται και αυτομάτως έξυπνος και αγαθός»!!! Πρώτον, ποιος σου είπε και από πού και πώς συμπέρανες ότι είμαι άθεος; Δήλωσα κάπου, κάποτε άθεος; Τουναντίον, δηλώνω ένθεος – και ευελπιστώ να καταλάβης τι εννοώ. Άθρησκος δηλώνω εμμέσως πλην σαφώς. ΑΘΡΗΣΚΟΣ! Αντιλαμβάνεσαι κάποια τεράστια έως αχανή διαφορά μεταξύ των δύο εννοιών; Δεύτερον, από πού συμπέρανες ότι επικαλούμενος αυτό που ουδέποτε επεκαλέσθην, δηλαδή αθεΐα, νομίζω ότι γίνομαι «αυτομάτως έξυπνος και αγαθός»; Ίσως διότι εσύ δηλώνεις άθεη και θεωρείς εαυτήν και έξυπνη και αγαθή; Ναι, είμαι ευφυής. Και ναι, είμαι αρκετά αγαθός. Αλλά όχι διότι είμαι ή εσύ νόμισες ότι είμαι άθεος. Αλλά διότι όσο η γνώση πλουτίζεται, τόσο ο νους καθαίρεται από τα μικρά και ασήμαντα. Έχω δρόμο μπροστά μου για να προσεγγίσω κάπως την αγαθότητα. Πολύ δρόμο. Δεν νομίζω ότι θα τα καταφέρω όμως. Είναι λίγος ο χρόνος, απίστευτα λίγος. Να σκεφθής ότι ακόμη δεν θεωρώ τον εαυτό μου Έλληνα – αν πάλι αντιλαμβάνεσαι τι εννοώ. Κι εδώ έχω δρόμο μακρύ. Θα τα καταφέρω; Πολύ δύσκολο, δεν βοηθούν και οι συνθήκες, αλλά το παλεύω. Όσον αφορά δε στους διάφορους θεούς που ο άνθρωπος έχει επινοήσει για δύο κατά βάσιν και εκ διαμέτρου αντίθετους λόγους, να σε πληροφορήσω πως είναι όλοι τους απορριπτέοι.

Ν. Δημόνικος said...

2. Με το «Κάποτε η σκληρή δουλειά ήταν ιδανικό. Σήμερα είναι χαζομάρα!».
Η δουλειά, σκληρή ή όχι, δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ ΙΔΑΝΙΚΟ. Η σκληρή εργασία, ναι. Και, όπως δεν αντελήφθης, διαχωρίζω την «δουλειά» από την «εργασία». Γράφεις και εγώ τονίζω: «Και σε σχέση με τη ΔΟΥΛΕΙΑ κάνεις λάθος. Η ΕΡΓΑΣΙΑ ανήκει στην δημιουργία, αλλά ο καπιταλισμός την έχει κάνει δουλεία». Η εργασία ανήκει στην δημιουργία – έχεις δίκιο. Αλλά ο καπιταλισμός την έχει κάνει δουλεία – και σωστό και λάθος. Ο καπιταλισμός δεν μας ήλθε από το πουθενά. Είναι εγγενής στον άνθρωπο. Αυτά που δεν είναι εγγενή, είναι η κοινοκτημοσύνη και η ισότητα. Εντολή της φύσεως. Και στα ζώα το ίδιο συμβαίνει, αν εξαιρέσης την αποταμίευση – και εδώ υπάρχει εξαίρεσις, αλλά διαφέρουν οι λόγοι. Το έλλογο και πεπαιδευμένο ον επιθυμεί να ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ, να δημιουργή. Δεν το δύναται πάντα. Και τότε ΔΟΥΛΕΥΕΙ. Διότι απλώς πρέπει να επιβιώση. Όποιος δουλεύει, το πράττει εξ ανάγκης. Και βεβαίως θα συμφωνήσω ότι (διορθώνω, διότι η εργασία από μόνη της ανήκει εκεί) εκείνο τον καιρό «Ανήκε η ΔΟΥΛΕΙΑ στο πεδίο της ηθικής, ενώ η τεμπελιά στο πεδίο της ανηθικότητας». Αλλά ποιοι προέβαλλαν το «μόττο» «η δουλειά είναι ηθική» και «η τεμπελιά ανηθικότητα»; Μήπως εκείνοι του «όλοι το ίδιο είμαστε [...] λαός και Κολωνάκι»; Διότι η αεργία δεν συνιστούσε ποτέ ούτε και συνιστά ανηθικότητα. Ζωή ή βίο χωρίς αντίκρυσμα, ναι, συνιστά. Αλλά από πότε ο άεργος είναι οπωσδήποτε και ανήθικος; Με ποια λογική; Και ως προς ποιον; Ως προς την κοινωνία; Διότι τότε κινδυνεύουμε να φτάσουμε στο άλλο άκρο – ΟΛΟΙ οι εργαζόμενοι ή δουλεύοντες είναι ως εκ προοιμίου ηθικά στοιχεία. Θα συμφωνούσες με αυτόν τον αφορισμό; Δεν το νομίζω.
Αλλά αντιφάσκεις γράφοντας στην συνέχεια: «Σήμερα δουλεύουν τα κορόϊδα λέει η καινούργια ηθική, ενώ οι ξύπνιοι κλέβουν τον ιδρώτα των άλλων. [Πάντοτε έτσι ήσαν τα πράγματα, ο βαθμός άλλαξε.] Βέβαια έτσι ήταν από την εποχή που υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. [Βλέπεις την αντίφαση; Εκτός αν πιστεύης ότι η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο είναι φρέσκο φρούτο, δηλαδή ηλικίας τριών-τεσσάρων αιώνων ή και χιλιετιών.] Το χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι ότι ΑΥΤΗ Η ΑΝΗΘΙΚΟΤΗΤΑ, έχει διαβρώσει τον κοινωνικό ιστό σε σημείο που η ζωή να σημαίνει ΜΟΝΟ χρηματικές συναλλαγές ακόμα και ανάμεσα στους συγγενείς, κάτι που μετατρέπει τη ζωή στον πλανήτη ολάκαιρο σε μια κόλαση. Η διαφορά είναι ουσιώδης!». [Το χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι ότι ΑΥΤΗ Η ΑΝΗΘΙΚΟΤΗΤΑ έχει φθάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε να ξεπουλάμε το αύριο –τα παιδιά μας δηλαδή– προς χάριν ενός καλλίτερου(!;!;!;) τομαρικού μας σήμερα. Αυτός είναι ο κολασμός μας. Όλα όσα αναφέρεις είναι πραγματικότητες, αλλά συνιστούν «παράπλευρες απώλειες». Ακόμη και όταν προηγούνται χρονικώς ως δράσεις. Απλώς συμβαίνει να εκδηλώνωνται occasione data. Ο κλέφτης δεν καθίσταται κλέφτης την στιγμή που του δόθηκε η ευκαιρία να προβή σε κλοπή. Απλώς η πραγμάτωσις της εγγενούς ή επίκτητης ροπής προς την κλοπή βρήκε την ευκαιρία να εκδηλωθή τότε. Ως χαρακτήρας ήταν κλέφτης και πριν την διάπραξη της κλοπής.]
3. Με το «Κάποτε δουλεύαμε για να ζήσουμε. Σήμερα ζούμε για να δουλεύουμε».
Εδώ και συ ενίστασαι. Γράφεις: «Σωστό με ένσταση. Ο άνθρωπος πάντα ζούσε για να δουλέψει, σήμερα είναι χειρότερα». Διαφωνώ. Δούλευε και δουλεύει για να ζήση και όχι όπως το θέτεις. Απόδειξις: Όποιος δεν επιθυμεί να ζη, παύει να ζη. Όποιος δεν επιθυμεί να δουλεύη, δεν πεθαίνει (παύει να ζη) κατ’ ανάγκην. Εάν ζούσαμε για να δουλεύουμε, τότε με την παύση της δουλειάς θα έπρεπε να πεθαίνουμε. Επιμένω λοιπόν ότι ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ δουλεύουμε για να ζούμε, επειδή δεν γίνεται αλλοιώς. Εάν δεν υφίσταται ανάγκη να δουλέψουμε, δεν δουλεύουμε, αλλά συνεχίζουμε να ζούμε. Ίσως ο αφορισμός σου απευθύνεται στον εκ γενετής δούλο.
Συμφωνώ βεβαίως ότι τα πράγματα είναι χειρότερα, αν αυτό εννοής, από την άποψη διαπροσωπικών σχέσεων, επικοινωνίας ανθρώπου με άνθρωπο.
Αριθμητικώς οι «ενστάσεις» μου ήσαν τρεις. Οι δικές σου οκτώ (8), με την ως προς τον Καζαντζίδη εννέα. Και αφού αναρωτιέμαι «γιατί με μέμφεται αυτή η γυναίκα;», συνεχίζω:

Ν. Δημόνικος said...

Τώρα θα σε μαλώσω. Είσαι απρόσεκτη. Γράφεις:
"Μου γράφεις ότι ποίησα την νήσσαν και δεν σου απάντησα σε όσα παρακάτω λες. Τι να σου απαντήσω ρε δαιμονικέ;" και αντιγράφεις:
«Γιατί οι άνθρωποι δεν πάνε πίσω στα χωριά τους»;;;;
«Γιατί δεν αφήνουν την βίλα στην Εκάλη να πάνε στην Κολιάτσου»;;; «Ότι η Γιώτα μπερδεύει το παρελθόν με τα νιάτα της»;; Που να σου απαντήσω;" [Το τελευταίο έχει έτσι: «Ή νοσταλγούμε –όσοι νοσταλγούμε– όχι το κάποτε, αλλά τα κάποτε νιάτα μας».]
Κάτω από τις τρεις τελευταίες ερωτήσεις υπάρχει το όνομα ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΒΙΤΣΟΣ. Δεν είναι δικά μου αυτά και δεν σε ρωτώ κάτι. Αντιγράφω το σχόλιο του ανωτέρω και απαντώ σ’ αυτό το σχόλιο. Λίγο αυξημένη προσοχή σ’ αυτό που διαβάζεις δεν θα έκανε κακό.
Γράφω: «Κάτι χειρότερο δείχνει η τελευταία αποστροφή σου στο ανωτέρω: Ότι η δυνατότητά σου κριτικής προσεγγίσεως υφίσταται όσο και ο μέγας πληθυσμός ανθρωποπιθήκων. Ή ότι η προκατάληψις τυφλώνει την όποια αντιληπτική ικανότητά σου. Πώς τόλμησες να θεωρήσης ότι ανήκω στην μερίδα αυτήν στην οποία με κατατάσσεις; Τόσο τυφλώνει η εχθρότητα; Ή αυτή είναι η ικανότητά σου;».
Και μου απαντάς: «Σε ξέρω για να είμαι προκατειλημμένη απέναντι σου;;;». Θεωρείς ότι η προκατάληψις, όποιας μορφής και επί όποιου θέματος, προϋποθέτει την γνωριμία μεταξύ δύο μερών. Με εκπλήσσεις. Και φυσικά γνωρίζεις πολύ καλά πού αναφέρομαι γράφοντας αυτά. Αυτή μας η αντιπαράθεσις δεν προέρχεται από παρθενογένεση. Και εγώ, προκατειλημμένος πιθανώτατα έναντι του Παπαδιαμάντη για όποιους λόγους, δεν τον «ξέρω». Αν όμως εννοής το «ξέρω», την γνωριμία, μέσα από γραπτά, ναι, δεν με ξέρεις.
Και συνεχίζεις: «Βγάζουν κανένα νόημα αυτά που γράφεις για να σου απαντήσω;;;;».
Υπερηφανεύομαι για την χρήση της γλώσσας μας – ακόμη και όταν χρησιμοποιώ αλληγορίες. Διάβασέ τα πάλι, συνδυάσέ τα με τα προηγηθέντα και είμαι ΒΕΒΑΙΟΣ ότι θα βγάλης νόημα. Ένα θα σου πω: Δεν σε θεωρώ ανίκανη – και δεν κάνω λάθος.
Και συνεχίζεις: «Τώρα μπορεί να σ έθιξα με όσα έγραψα, αλλά σ αυτό ΕΣΥ έχεις την ευθύνη!
Όταν γράφεις για κάποια ζητήματα, που νομίζεις πως τα ξέρεις και μάλιστα ομιλείς με ύφος ειδικού, οφείλεις να αναμένεις και κάποια αντίρρηση!».
Πρώτον, δεν με έθιξες – τουλάχιστον δεν εθίχθηκα. Αν ανατρέψης κάποια άποψή μου, αυτό δεν συνιστά προσβολή. Δεύτερον, δεν γράφω ή ομιλώ με ύφος ειδικού, ούτε είμαι, ούτε νομίζω πως τα ξέρω όλα. Αυτό είναι το ύφος μου. Αυτήν την ερώτηση όμως είναι και δίκαιο και έντιμο να την υποβάλης και στον εαυτό σου. Και αν «νομίζω ότι ξέρω κάτι», αυτό είναι η αλήθεια μου. Την οποία υπερασπίζομαι μέχρις ότου κάποιος με διαψεύση. Και βεβαίως έχω διαψευσθή σε αρκετά «νομίζω μου». Αυτό δεν με κάνει αντίπαλο του διαψεύσαντός με – τουναντίον φίλο του με κάνει. Θα εχθρευόμουν κάποιον ο οποίος μου μαθαίνει κάτι και με βγάζει από μια πλάνη μου;! Πρέπει να είμαι ηλίθιος! Και δεν είμαι ηλίθιος.
Γράφεις: «Πάμε τώρα στον Παπαδιαμάντη: Σου είπα, ότι έχω διαβάσει τα άπαντα του και μάλιστα σου είπα ποια έκδοση».
Δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο, ίσως αναφέρεσαι σε άλλον ή δεν το διάβασα, τα δικά μου πάντως «Άπαντα Παπαδιαμάντη», σε τρεις τόμους, είναι της Εταιρείας Ελληνικών Εκδόσεων. Ο πρώτος τόμος φέρει την διάκριση «Αντίτυπον Νο 1639», ο δεύτερος ««Αντίτυπον Νο 4618» και ο τρίτος «Αντίτυπον Νο 1237». Τυπώθηκαν στο τυπογραφικό συγκρότημα «Ι. Νικολόπουλος και Σια», Λεωννάτου 4. Επιμελητής των δοκιμίων είναι ο Σωκράτης Ράγγας. Υπεύθυνος σελιδώσεως ο Βασίλης Μπάστας. Τα σχέδια των εσωτερικών σελίδων και η σύνθεσις της κουβερτούρας του Πλάτωνα Λάμπρου. Η βιβλιοδεσία του Α΄ τόμου του Δημ. Πιπερή, Μεσολογγίου 8. Των Β΄και Γ΄ των Γ. Ματραγκά-Δ. Κουλούρη, Ακαδήμου 12. Την δεύθυνση εκδοτικής παραγωγής είχε ο Αθανάσιος Λ. Γεωργιάδης.

Ν. Δημόνικος said...

Τι πρέπει τώρα να υποθέσω ή να συμπεράνω; Ότι όσοι διαβάζουν κάτι, το αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο, το αξιολογούν ομοίως, το κρίνουν από την ίδια σκοπιά; Αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, φαντάζεσαι σε πόσο ανιαρό κόσμο θα είχαμε την ατυχία να ζούμε; Εσύ κρίνεις τον Παπαδιαμάντη από μία σκοπιά, ίσως δύο ή τρεις. Εγώ τον κρίνω και από κάποιαν άλλη την οποία είναι προφανές ότι ή δεν έχεις δει ή ότι την είδες αλλά δεν της έδωσες ή δίνεις την κατ’ εμέ σημασία. Δικαίωμά σου. Δεν τον καταδικάζω. Αισθάνομαι πολύ μικρός για κάτι τέτοιο. Αλλά τον κρίνω. Διαφωνείς ως προς τον χαρακτηρισμό μου ως θρησκολήπτου. Δικαίωμά σου. Αυτό όμως τι σημαίνει; Ότι εκπίπτω του δικαιώματος κρίνειν επειδή αυτή είναι η άποψίς μου; Αν βρισκόμασταν να το κουβεντιάσουμε, θα σου εξέθετα τους λόγους της κρίσεώς μου. Και σε διαβεβαιώ δεν έχουν καθόλου να κάνουν με την προσαφθείσα από σένα αθεΐα στο πρόσωπό μου. Με την θρησκεία έχουν να κάνουν, επειδή συμβαίνει να είμαι εχθρός ΟΛΩΝ των (δουλωτηρίων) θρησκειών. Ίσως, και μάλλον αυτό συμβαίνει, το ότι θεωρώ τις θρησκείες δουλωτήριες του ανθρώπινου πνεύματος, συμβάλλη ώστε να είναι περισσότερο αυστηρή η κρίσις μου. Ιδιαιτέρως για κάποιον ο οποίος αγαπά μεν την πατρίδα του, αλλά δεν αντιλαμβάνεται την επελθούσα καταστροφική μεταλλαγή που επήλθε λόγω ακριβώς αυτής της θρησκείας. Τον ανόητο ή μη πεπαιδευμένο τον συγχωρώ. Τον ευφυή και πεπαιδευμένο όχι. Προκατάληψις λοιπόν εκ μέρους μου; Ασφαλώς! Κρίνουμε με αυτό που είμαστε και κρινόμαστε γι’ αυτό που είμαστε. Υποκείμενα είμαστε, υποκειμενικά σκεφτόμαστε, υποκειμενικά κρίνουμε. Είναι δυνατόν να συμβαίνη κάτι διαφορετικό; Εσύ δεν γελάς όταν κάποιος επικαλήται την «αντικειμενικότητά» του;
Γράφω: «Τώρα βέβαια θα έπρεπε να σου ζητήσω να με πληροφορήσης ή αιτιολογήσης ποια εποχή ΔΕΝ ήταν γελοία κατ’ εσέ, αλλά αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Χωρίς αυτό να σημαίνη ότι δεν συμφωνώ σε μεγάλο βαθμό με τον χαρακτηρισμό. Αλλά με ενδιαφέρουν τα αίτια της κατάντιας και όχι το αποτέλεσμα. Καμμιά ασθένεια δεν γιατρεύεται, αν δεν διαγνωστούν τα αίτια που την προκαλούν».
Απαντάς: «Το ερώτημα ΠΟΙΑ εποχή ΔΕΝ ήταν γελοία είναι άσχετο και δεν σηκώνει καμία απάντηση! Ούτε, όταν λέμε κάτι σημαίνει ότι πρέπει να λέμε αμέσως και τα αίτια, γιατί τότε Θα σταμάταγε κάθε νήμα συζήτησης». Και κατ’ ουδεμίαν έννοια η απάντησις έχει σχέση με αυτό που γράφω. Πώς έφθασες στο συμπέρασμα ότι κάτι τέτοιο εννοώ; Είμαι τόσο δυσνόητος ή εσύ ακροβατείς χωρίς λόγο; ΟΛΕΣ οι εποχές για τους βιώσαντες τις είναι καλλίτερες από τις επόμενες. Όχι διότι εξ αντικειμένου είναι καλλίτερες, αλλά διότι (ιδιαιτέρως κατά την εποχή μας, όπου οι ταχύτητες αλλαγής των πάντων είναι υψηλότατες) οι παλαιότερες γενιές δεν είναι εύκολο να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Και διότι –όπως έγραψε ο Δ. Βίτσος– στην «εποχή τους» ήσαν νέοι, με ενέργεια, με όνειρα, σήμερα τα όνειρα στην πλειονότητά τους έχουν αποδειχθή άπιαστα και η ενέργεια έχει χαθή οριστικά και αμετάκλητα. Και νοσταλγούμε το «Κάποτε». Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν καλλίτερο σε όλα τα πεδία.
Όσον αφορά στον Πλήθωνα, με εκπλήσσει αυτή η παράθεσις! Αυτό θεώρησες ότι βρήκα σημαντικό σ’ αυτό τον Έλληνα; Είναι άλλο θέμα, αλλά ίσως αυτό αποτελούσε και λόγο απορρίψεώς μου. Ή θεωρείς ότι τον «πάω» επειδή νόμιζα(;) πως είναι τάχα άθεος;!!! Αλλά δεν είναι αυτό, δεν θα μπορούσε να είναι αυτό. Και θα κλείσω αναφέροντας στους «Νόμους» του. Τους οποίους έκαψε δημοσίως ο πρώτος πατριάρχης της αλωθείσης υπό των Οθωμανών Κωνσταντινουπόλεως, ο αρνησέλλην χριστιανός Γεννάδιος, κατά κόσμον Γεώργιος Σχολάριος, και την υποτίμησή του υπό του Παπαδιαμάντη, ο οποίος τον εμφανίζει ως και τον αποκαλεί Μάγο στην «Γυφτοπούλα» του. Έντεχη μεν, υποτίμησις δε.
Εν πάση περιπτώσει συνεχίζω να έχω την αίσθηση ότι θα μπορούσαμε να πούμε πολλά. Και όχι επί του συγκεκριμένου μόνον. Ίσως ξεκινήσαμε on the wrong foot. Πέραν του ότι η αιτιολόγησις της επί μέρους και ως προς συγκεκριμένους λόγους απόρριψίς μου του Παπαδιαμάντη δεν είναι δυνατόν να εκτεθή εδώ, με αυτόν τον τρόπο.

Ν. Δημόνικος said...

Επισυνάπτω ένα κείμενό μου του 2002, ίσως βοηθήση στην καλλίτερη κατανόηση του υποστρώματός μου. Το δικό σου φαίνεται σε κάποιον βαθμό από το και στο blog.
Και συγγνώμην για το μακροσκελές.

Ήταν μία από εκείνες τις ημέρες που κάτι περίεργο σου συμβαίνει και έτσι, στα καλά του καθουμένου, νοιώθεις την ανάγκη να ξαναγεννήσης κάποιες εικόνες στην ψυχή σου, όχι στο μυαλό σου, αυτό δεν μπορεί πια να γίνη, γιατί ο χρόνος τις έχει θαμπώσει έως απαλείψει. Και τυχαίνει συμπτωματικά να περνάς από την γειτονιά που γεννήθηκες και μεγάλωσες, και ξεχνάς για ποιον λόγο βρέθηκες εκεί, μακριά από την νέα συνοικία στην οποία πλέον διαβιοίς. Και παρασύρεσαι, και κτίσμα το κτίσμα, τετράγωνο το τετράγωνο, δρόμο τον δρόμο περιπλανιέσαι· και σου έρχονται στον νου παραστάσεις από εκείνη την μακρινή για τον δικό σου χρόνο εποχή, και διαπιστώνεις ότι ακόμα και υλικές εικόνες μπορούν να επιβιώνουν σε κάποια σημεία. Και ενώ χαίρεσαι γι’ αυτό, ταυτόχρονα θλίβεσαι, διότι σου είναι, και αν δεν σου είναι σου γίνεται πολύ γρήγορα, συνειδητό, πως δεν είναι η φροντίδα για το παλαιό, το όμορφο, το τότε πανέμορφο και τώρα μισοερειπωμένο νεοκλασσικό, το ακροκέραμο, που επέτρεψε στην υλική αυτή εικόνα να «ζη» ακόμη, αλλά η απόλυτη αδιαφορία του συνολικού κράτους, διάχυτη και ελεινολογούσα παντού όπου γυρίσης το βλέμμα σου στην παλιά αυτήν γειτονιά των μη προνομιούχων. Χωρίς αυτό να σημαίνη ότι και στις γειτονιές των προνομιούχων ο πολιτισμός φωνάζει παρών. Απλώς εκεί δεν σε πνίγει η όλων των αποχρώσεων μπόχα, εκεί σε ενοχλεί η κακουγουστιά, το κιτς του νεοπλουτισμού.
Γρήγορα νοιώθεις μια σιχαμάρα γι’ αυτήν την οντότητα που τιτλοφορείται «κράτος», γι’ αυτούς που ως κεφαλές συμμετέχουν στην όποια αντιανθρώπινη λειτουργία του, αλλά και γι’ αυτούς που κατά πλειονότητα την αποτελούν, τους δήθεν πολίτες, και αναλογίζεσαι πόσο πλέον άχρωμες και άγευστες είναι αυτές οι ιερές έννοιες πολίτης και κράτος. Πόσο έχουν χάσει την σημασία τους, πόσο έχουν μεταλλαχθή και πόσο το μόνο που δεν εννοούν είναι ακριβώς αυτό για το οποίο ως λέξεις-έννοιες τις δημιούργησαν κάποιοι που κάποτε κατοικούσαν σ’ αυτόν τον ιερό τόπο· και που όση φαντασία και αν είχαν –και είχαν απεριόριστη, είχαν φτάσει με όχημα ίσως και μόνον αυτήν σε δυσθεώρητες ακόμη και σήμερα γωνιές του νου και του σύμπαντος κόσμου–, ένα πράγμα δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν: ότι οι γονιδιακοί απόγονοί τους θα επέτρεπαν στους εαυτούς τους να καταντήσουν εκεί που σήμερα οι κάτοικοι αυτού εδώ του ιερού τόπου έχουμε καταντήσει.
Το πόσο λοιπόν έχουν αυτές οι έννοιες μεταλλαχθή, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να το διαπιστώση ο οποιοσδήποτε. Μία βόλτα στην πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του πολιτισμού, τας Αθήνας –και δεν εννοώ μόνο την Αθήνα, αντικαταστήσατε το όνομα με όποιο άλλο θέλετε– είναι κάτι περισσότερο από αρκετή. Δήτε πως οι δήμοι(;) και το υπουργείο Πολιτισμού(!!!;;;) –αναρωτιέμαι, γιατί δεν ιδρύουν και ένα υπουργείο Διαχειρίσεως της Ζούγκλας του Αμαζονίου, και μη πη κάποιος: μα δεν έχουμε Αμαζόνιο!– διαχειρίζονται και μεταχειρίζονται το αστικό περιβάλλον και είμαι βέβαιος πως όχι αντίρρηση δεν θα έχετε, αλλά, το και πιθανώτερο, θα πλειοδοτήσετε. Τουλάχιστον οι συνειδητοί εξ υμών. Και οι «πολίτες»; Μεταλλαγμένοι, εξαλλαγμένοι συναλλάσονται με τους διοικούντες τους, ως αντίτιμο δε των εξυπηρετήσεων των οποίων αποδέκτες εθελογίνονται ως χαμερπείς ζήτουλες, καταβάλλουν το δικό τους σήμερα και αύριο. Αλλά αυτό δεν είναι δυστυχώς το αισχρότερο· το αισχρότερο είναι ότι στο αντίτιμο που καταβάλλουν, συμπεριλαμβάνουν και αυτό που κανένας πολιτισμένος ή και απολίτιστος –ακόμη και στον βαθμό που απολίτιστοι είναι οι κάτοικοι αυτού του ιερού τόπου– αλλά έντιμος δεν θα τολμούσε να σκεφθή, πόσο μάλλον να πράξη.

Ν. Δημόνικος said...

Στο αντίτιμο λοιπόν για την εξασφάλιση ενός καλλίτερου κατά τα μέτρα και την ανύπαρκτη παιδεία και άρα και κρίση τους άθλιου προσωπικού και προσωρινού σήμερα συμπεριλαμβάνουν και το αύριο των παιδιών τους. Και, ακόμη χειρότερα, αισχροσυναλλάσσονται το μέλλον της πατρίδας τους, λανθάνοντες και λάθρα βιούντες αστικώ δικαίω κληρονόμοι δυστυχώς της πατρίδας των Ιδαίων Δακτύλων, του Λεωνίδου, του Μιλτιάδου, του Οδυσσέως, του Αχιλλέως, του Πύρρου, του Λυκούργου, του Πυθαγόρου, του Ιπποκράτους, του Αρχιμήδους, του Σωκράτους, του Πλάτωνος, του Θουκιδίδου, του Σοφοκλέους, του Ευριπίδου, της Σαπφούς, του Θεόγνιδος, του Ομήρου, του Πραξιτέλους, του Φειδίου, ιερών τεράτων ων ουκ εστι αριθμός της ανδρείας, της φιλοπατρίας, της φιλοσοφίας, των επιστημών, των τεχνών, του Λόγου, πρόγονοι αυτοί, αθλιωτάτη τη τύχη, των γεννητόρων του παραλόγου και του α-πολιτισμού, της φτηνοσυναλλαγής και του αυτοεξευτελισμού, των πάσης φύσεως ανιστορήτων και αδιαφόρων περί τα κοινά μη-πολιτών εθελοδουλοπαροίκων εφιαλτών.
Επιτρέπουν οι διοικούντες και ανεχόμαστε οι διοικούμενοι κατ’ ευφημισμόν πολίτες την ασχήμια και την αθλιότητα· την βρωμιά και την δυσωδία· τον ευτελή πολιτικό και τον ακόμη ευτελέστερο πολιτισμικό πολιτισμό· την γλωσσική και την νοητική αφασία· την μπόχα της συναλλαγής και την δυσοδία της ισοπεδώσεως· την επεξεργασμένη και ανεπεξέργαστη γελοία και υποτιμητική της ευφυΐας εικόνα και τον επεξεργασμένο και ανεπεξέργαστο γελοίο και υποτιμητικό της ευφυΐας ήχο των ηλεκτρονικών μέσων· την επιβολή του «εγώ» εις βάρος του «εμείς» και την αναισθητοποίηση του «δήμου» ως ύπατης μορφής εξουσίας· την προβολή του ευρώ ως αποδεκτού μέσου εξαγοράς συνειδήσεων και τις συνειδήσεις ως ηθικώς επιτρεπτόν εμπορεύσιμο είδος να τους λέγουν «καλημέρα» και «καληνύχτα» και ενδιαμέσως να χαριεντίζωνται με την ηθική μας, τα ήθη και έθιμά μας, την χαμένη αυτογνωσία μας και όποια άλλη αξία πρέπει να εκπέση, ώστε η οδός προς την ισοπέδωση να γίνη λεωφόρος ταχείας κυκλοφορίας. Και για να μην κατηγορηθώ ως εντελώς αοριστολόγος, παρ’ όλο που όλοι ξέρουμε πολύ καλά ότι μόνον αοριστολογίες δεν είναι όλα τούτα και περισσότερο απ’ όλους αυτοί που πιθανόν θα με κατηγορήσουν ως τέτοιον, ερωτώ και δεν περιμένω απάντηση: πόσες δραχμούλες, ευρώ τώρα πια, ενθυλακώνουν οι δημοτικές αρχές επιτρέποντας σε κάποιες διαφημιστικές μεγαλοεταιρείες να συντηρούν τις τεραστίων διαστάσεων πινακίδες τους σε αυτήν την απολύτως δυσφημιστική για πολιτισμένο κράτος ελεεινή κατάσταση; Και πώς τους παρέχουν και ανανεώνουν τις άδειες βλέποντας αυτήν την εικόνα; Και γιατί δεν τους υποχρεώνουν, μια και τους επιτρέπουν να τις αναρτούν οπουδήποτε, να τις διατηρούν σε κατάσταση ευκοσμίας τουλάχιστον, σε κατάσταση η οποία δεν θα προκαλούσε το κοινό περί καλαισθησίας αίσθημα; Το οποίον βεβαίως, ως φρονίμων παιδιά ενεργούντες, φρόντισαν να αμβλύνουν στον βαθμό του «δεν βαρυέσαι, αδερφέ». Συνήθισε το βλέμμα μας στην ασχήμια, την βρωμιά, την αταξία, την ακαλαισθησία, την σιχαμάρα και μόνον εάν δούμε κάτι καθαρό και καλαίσθητο θα εκπλαγούμε. Εκεί μας κατάντησαν εμάς τους Έλληνες ο πολιτικός μας πολιτισμός και η ορθοδοξία: να αδιαφορούμε για αυτό που συμβαίνει γύρω μας και μας αφορά. Το κακό είναι πλέον ότι δεν μας αφορά ως μονάδα τον καθένα, μας αφορά ως σύνολο, και αυτό ακριβώς είναι και το χειρότερο: Στην χώρα, στο κράτος αφορά, άστο να κουρεύεται! Ναι, άστο να κουρεύεται, αλλά και η χώρα και το κράτος είμαστε εμείς και εμείς θα μείνουμε γουλί, «ξεσκέπαστοι» κατά την έκφραση του συρμού – μήπως τελικά είμαστε μόνον ο συρμός; Και επειδή είμαι ωργισμένος, και επειδή αισθάνομαι πως ό,τι και να πω από εδώ και πέρα δεν θα πω άλλο από όσα ήδη είπα, σε σένα Έλληνα, που ψάχνεις στον παράδεισο του εβραιοθεού σου την συντροφιά του Αβραάμ και της Σάρας, των πνευματικών προγόνων σου, διότι ούτε ο Κολοκοτρώνης, ούτε ο Καραϊσκάκης, ο Παπαφλέσσας, ο Ρήγας, ο Καΐρης, ακόμη και ο Κοραής, θα σε αναγνώριζαν ως δικό τους παιδί, ούτε καν εξώγαμό τους, σου αφιερώνω λίγους στίχους, γιατί ποίημα ακόμη δεν δύναμαι, δεν είμαι βλέπεις ποιητής, διότι αν ήμουν, τι θα ήσαν ο Καβάφης, ο Ελύτης, ο Γκάτσος – άσε τους άλλους.

Ν. Δημόνικος said...

Τι να τα κάνης τα βιβλία των σοφών,
δρόμους που δείχνουνε στενούς μα φωτισμένους,
τράβα εσύ στις λεωφόρους των γραφών,
φάρους που έχουνε τυφλούς κι αραχνιασμένους.

Τι να τα κάνης τα βιβλία των σοφών,
φώτα πολύχρωμα δεν έχουν να σου δείξουν,
φωνές στριγγιές δεν παίζουν στην διαπασών
και στ’ αλκοόλ τους δεν μπορούνε να σε πνίξουν.

Τι να τα κάνης τα βιβλία των σοφών,
δεν οδηγούν σε παραλίες και μπαράκια,
φόρεσε τώρα τα φτερά των χαρταετών,
και την ψυχή σου φάλτσα πότισε μεράκια.

Τι να τα κάνης τα βιβλία των σοφών,
την ξέρεις τώρα εσύ την ιστορία,
τρέξε και χώσου στα μπορντέλλα της Σιών,
αλλά και κει θα σ’ εύρ’ η θεία τιμωρία.

Τι να τα κάνης τα βιβλία των σοφών,
τι να σου πουν εσένα ο Πλάτων κι ο Σωκράτης,
ξέρεις εσύ τον τρόπο να ’σαι απών,
του μέλλοντος και του παρόντος υπνοβάτης.

Τι να τα κάνης τα βιβλία των σοφών,
καρπός που σ’ αλλονών χωράφια θα φυτρώση,
τώρα εσύ παίζεις σ’ ένα θέατρο σκιών,
που απ’ τον Προκρούστη δεν μπορεί να σε γλυτώση.

Τι να τα κάνης τα βιβλία των σοφών,
που για προσάναμμα μόνο σου χρησιμεύουν,
βολέψου πια στην συντροφιά των αχαμνών
κι άσε τους άλλους τ’ αύριό σου να ληστεύουν.

Τι να τα κάνης τα βιβλία των σοφών,
γράμματα γράφουνε που πια δεν τα διαβάζεις,
έννοιες όμορφες αλλοτινών καιρών
που δεν ταιριάζουνε στον βούρκο που βουλιάζεις.

Τι να τα κάνης τα βιβλία των σοφών,
δεν γράφτηκαν για να σ’ ευχαριστήσουν,
βούτηξε τώρα μεσ’ στην βόθρο της Χεβρών
και ούτε ένα δάκρυ όταν οι βάρβαροι σε φτύσουν.

Τι να τα κάνης τα βιβλία των σοφών,
δεν λεν για θαύματα που θέλεις να πιστεύης,
τώρα βολεύτηκες στην γη της Ζαβουλών,
σε δίχτυα νόθα πιάστηκες μα θάρριες πως ψαρεύεις.

Τι να τα κάνης τα βιβλία των σοφών,
κληρονομιά σου ήταν που την απαρνήθης,
και δεν θυμάσαι, δόλιε, σπέρμα ήσουν ποιων,
μόνος σου διάλεξες τον δρόμο αυτόν της λήθης.

Τι να τα κάνης τα βιβλία των σοφών,
του πνεύματός τους έπαψες να είσαι πότης,
θαμώνας πια στο μπαρ των προδοτών,
έγινες, Έλληνα, ο πιο αισχρός προδότης.

Πρέπει όμως να πω και κάτι προς τους παραλήπτες. Τούτο το κείμενο μας αφορά όλους, στον βαθμό που ήμαστε και παραμένουμε θεατές αυτού του ιονεσκικού έργου. Γνωρίζω αρκετούς που προσπαθούν να γκρεμίσουν το σκηνικό, ενώ άλλοι αρνούνται ακόμη και δωρεάν να το παρακολουθήσουν. Προσπαθώ, είμαι μόνον πενήντα περίπου χρονών, να είμαι ένας από αυτούς και ελπίζω συν τω χρόνω να τα καταφέρω.
Νικόλαος Δημόνικος
Εν Αθήναις

ange-ta said...

@ Νικόλαε,

το διάβασα το κείμενο δις.

Είναι φρικτά απαισιόδοξο!! Δεν είναι όλα τοοοοοοοοοοοσο μαύρα.

Θα σου έλεγα πάντως, ότι τα σχόλια σου, για τα οποία τσακωθηκαμε, δεν φυσάνε τον άνεμο που φυσάει το κείμενο και το ποίημα.

Ακόμη, απορω που βρίσκεις τον Παπαδιαμάντη θρήσκο!

rafael said...

Μια μαγικη ιστορία που με υπενθύμισε ότι το ανθρώπινο είδος κουβαλά κάτι μαγικό μέσα του και μπορεί να βγει προς τα έξω μόνο μεσω της υπέρτατης Αγαπης.
Τη δεκαετία του 60 γεννήθηκε ένα αγοράκι μετά από πολύ δύσκολη γέννα κατά την οποία για 2 ώρες δεν λάμβανε οξυγόνο με αποτέλεσμα να γεννηθεί τετραπληγικό χωρίς καμία δυνατότητα κίνησης η επικοινωνίας. Οι γιατροι είχαν εισηγηθέί να σταματησουν την υποστήριξη του μα η μητέρα του δεν ήθελε καν να το σκεφτεί. Ήταν αποφασισμένη να το μεγαλώσει σαν ένα φυσιολογικό μωρό. Έτσι, του δίαβαζε ιστορίες, για ώρες ατέλειωτες του μαθαινε το αλφάβητο, του έβαζε μουσική, του μιλούσε για τη ζωή και τον κόσμο. Στα 6 του οι γιατροί επιβεβαίωσαν ότι δεν είχε αναπτυχθεί καθόλου ο εγκέφαλος του από τη γέννηση του. Η μητέρα του συνέχισε να είναι εκει. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Στα 11 του βρέθηκε ένα φάρμακο το οποίο θα του έδινε τη δυνατότητα να έχει κάποιο έλεγχο των μυών του λαιμού. Η μητέρα του του έδεσε ένα ξυλάκι στο μέτωπο και του έβαλε μπροστά του ένα πληκτρολόγιο και κρατώντας το από τα μάγουλα το βοηθούσε να σκύβει προς τα πλήκτρα. Το παιδί έγραφε σαν να ήταν ένα ηφαίστειο που έβραζε για αιωνές και τώρα ξύπνησε! Ο Κρίστυ Νόλαν στα 13 του βραβεύθηκε για την ποιητική συλλογή του Dam Burst of Dreams ενώ έλαβε και υποτροφία για το Trinity στο Δουβλίνο. Στα 21 του, με την ανεξάντλητη υπομονή της μητέρας του που για χρόνια για μερόνυχτα ολόκληρα του κρατούσε το κεφάλι για να μπορεί να σκύβει και να πληκτρολογεί ένα ένα τα γράμματα, μία μία τις λεξεις, κατάφερε να ολοκληρώσει το πρώτο πτου μυθιστόρημα με τίτλο "Under the eye of the clock" Που μιλούσε για τη ζωή του, τα αισθήματα του, την απογοήτευση του όταν μεγαλώνοντας καταλάβαινε το πρόβλημα του, το ότι πάντα ήθελε να μην έχει άλλους μπροστά όταν τον τάιζε η μητέρα του διότι ντρεπόταν, το όνειρο του που ήταν να αποκτήσει κάποτε ένα δωμάτιο με θέα...Το βιβλίο αυτό έλαβε το κορυφαίο βραβείο λογοτεχνίας στην Ιρλανδία, Whitbread Award. Ο Christopher Nolan Πέθανε φέτος σε ηλικία 43 ετών. Χάρη στην ανεξάντλητη αγάπη που του πρόσφερε η μητέρα του από την πρώτη του ασθενική ανάσα, κατάφερε να ζήσει μια αξιοπρεπή και γεμάτη αγάπη ζωή. Ένα τραγούδι που έγραψαν οι U2 με τίτλο Miracle Drug είναι αφιερωμένο στον Christy Nolan, με τον οποίο ήταν συμμαθητές σε μικρή ηλικία. Miracle Drug, κατά τον Bono, δεν είναι τίποτα άλλο από την πραγματική και χωρίς όρια αγάπη.

rafael said...

http://www.youtube.com/watch?v=J2S8r2gJ1ZU

rafael said...

http://www.youtube.com/results?search_query=miracle+drug+lyrics&search_type=&aq=0&oq=miracle+drug+ly

ange-ta said...

@ rafael,

πανέμορφη η ιστορία που μου έγραψες. Σ ευχαριστω πολύ.

Θα την αναρτήσω, γιατι τέτοιες ιστορίες πρέπι να λέγονατι και να ξαναλέγονται.

Με την ευκαιρία ξανάκουσα την Diana Damrau

Τα λινκ θα τα δω αμέσως μετα τον Mozart

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...